Τηλ.: 210 9241548



ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Αντιμετωπίστε τον πόνο, βελτιώστε την ποιότητα της ζωής σας!



Αρθροσκόπηση γόνατος

image-348372-arthroskopisi_gonatos-8f14e.jpg
Η αρθροσκόπηση αποτελεί χειρουργική τεχνική κατά την οποία εισάγεται εντός της άρθρωσης μια ειδικά διαμορφωμένη κάμερα (αρθροσκόπιο). Με τη βοήθεια της κάμερας, μπορεί κανείς να δει μέσα στην άρθρωση και να εκτιμήσει την κατάσταση πολύ καλύτερα απ’ ό,τι με ακτινογραφίες ή μαγνητική τομογραφία. Εν συνεχεία, με τη βοήθεια ειδικά διαμορφωμένων εργαλείων, ο χειρουργός προχωράει σε επιδιόρθωση των βλαβών.

Η αρθροσκόπηση του γόνατος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επεμβάσεις, όπως: 
•    Ρήξη μηνίσκου – συρραφή ή εκτομή
•    Επιδιόρθωση ρήξης προσθίου και οπισθίου χιαστού
•    Αφαίρεση ελεύθερων σωμάτων
•    Λήψη βιοψιών
•    Επιδιόρθωση χόνδρινων ελλειμμάτων – όπως στη χονδροπάθεια 
•    Υμενεκτομή – σε παθήσεις όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα ή διάφορες μορφές υμενίτιδας
•    Χειρουργικός καθαρισμός

Πριν την επέμβαση, ο ασθενής υποβάλλεται σε αναισθησία. Γίνεται μια μικρή οπή στο δέρμα ώστε μόλις να χωράει το αρθροσκόπιο. Η άρθρωση επιθεωρείται για τυχόν βλάβες και εν συνεχεία αυτές επιδιορθώνονται. Συχνά χρειάζεται να γίνει και άλλη μια οπή για να εισαχθεί κάποιο χειρουργικό εργαλείο. Η άρθρωση καθαρίζεται επιμελώς και ξεπλένεται με φυσιολογικό ορό. Η επέμβαση τελειώνει με σύγκλειση των οπών και τοποθέτηση ελαστικού επιδέσμου.
​​​​​​​
Ο χρόνος μετεγχειρητικής αποκατάστασης και επιστροφής στην εργασία ή τις αθλητικές δραστηριότητες ποικίλλει. Εξαρτάται από παράγοντες όπως η γενική κατάσταση του ασθενούς πριν την επέμβαση, το είδος και η βαρύτητα της πάθησης, ο χρονισμός της επέμβασης και πολλούς άλλους. Ο χειρουργός σας θα καθορίσει τη μετεγχειρητική παρακολούθηση και θα σας καθοδηγήσει όσον αφορά στο πλάνο της αποκατάστασης και αποθεραπείας.

Ολική αρθροπλαστική γόνατος

image-348386-oliki-arthroplastiki-9bf31.jpg
Η ολική αρθροπλαστική γόνατος είναι μια χειρουργική επέμβαση κατά την οποία τα φθαρμένα και αλλοιωμένα τμήματα της άρθρωσης αντικαθίστανται από μεταλλικά εμφυτεύματα. Η επέμβαση αυτή διενεργείται σε ασθενείς με βαριές βλάβες ή παραμόρφωση του γόνατος, καθώς και σε ασθενείς με έντονα συμπτώματα που δεν ανακουφίζονται με συντηρητική αγωγή. 

Η επέμβαση μπορεί να γίνει είτε με γενική είτε με επισκληρίδιο αναισθησία. Πριν την επέμβαση, ο ασθενής υποβάλλεται σε προεγχειρητικό έλεγχο με εξετάσεις αίματος, ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα. Αφού εκτιμήσει τον ασθενή, ο αναισθησιολόγος μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έλεγχο ή ακόμα και εκτίμηση από ειδικευμένο συνάδελφο, όπως π.χ. καρδιολόγο ή διαβητολόγο.
Στη διάρκεια της επέμβασης, ο χειρουργός αφαιρεί προσεκτικά τα φθαρμένα τμήματα του γόνατος, τα οποία στη συνέχεια αντικαθίστανται από εμφυτεύματα ή προθέσεις. Οι προθέσεις αυτές είναι ειδικά σχεδιασμένες ώστε να προσομοιάζουν τη φυσιολογική ανατομία και λειτουργία του γόνατος. Είναι απαραίτητο να γίνεται προσεκτικός και λεπτομερής προεγχειρητικός σχεδιασμός, ώστε να καθοριστεί το είδος των προθέσεων που θα εμφυτευθούν καθώς και το πλάνο μετεγχειρητικής αποκατάστασης. 

Η μετεγχειρητική αποκατάσταση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η γενική κατάσταση υγείας του ασθενούς, το σωματικό βάρος, η ατροφία των μυών πριν την επέμβαση, το είδος των επιλεγμένων εμφυτευμάτων και πολλούς άλλους. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος νοσηλείας είναι από 3 ως 7 ημέρες. Ο ασθενής κάθεται σε καρέκλα από την ημέρα του χειρουργείου και βαδίζει με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή από την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα. Μόλις σταθεροποιηθεί η κατάστασή του, ο ασθενής επιστρέφει σπίτι του, έχοντας λάβει τις κατάλληλες οδηγίες εξόδου. Η βάδιση γίνεται με τη βοήθεια περιπατητήρα τύπου «Π» για περίπου ένα μήνα ενώ η φυσιοθεραπεία συνεχίζεται για το ίδιο χρονικό διάστημα. Με την ολοκλήρωση της αποθεραπείας μπορεί κανείς πλέον να επιστρέψει στις δραστηριότητές του, ζώντας μια ζωή χωρίς πόνο και χωρίς περιορισμούς.
​​​​​​​
Ορισμένοι ασθενείς είναι κατάλληλοι να υποβληθούν σε μια ελάχιστα επεμβατική τεχνική, που ονομάζεται mini incision ή minimally invasive αρθροπλαστική. Με την τεχνική αυτή γίνεται μικρότερη τομή, που σημαίνει λιγότερο πόνο, λιγότερη απώλεια αίματος και συντομότερη νοσηλεία. Με τον προεγχειρητικό σχεδιασμό, ο χειρουργός θα εκτιμήσει αν ενδείκνυται η συγκεκριμένος τεχνική για τον καθορισμένο ασθενή.
Τα αποτελέσματα της ολικής αρθροπλαστικής είναι εξαιρετικά για τη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών. Παγκοσμίως γίνονται πάνω από 1.000.000 τέτοιες επεμβάσεις το έτος, με το 95% των ασθενών να έχουν επιτυχή έκβαση. Συνεπώς, η ολική αρθροπλαστική γόνατος είναι από τις πιο δημοφιλείς και επιτυχημένες επεμβάσεις της ορθοπαιδικής, που επαναφέρει έναν ασθενή σε μια βελτιωμένη ποιότητα ζωής, χωρίς πόνο και ανικανότητα. 

Τενοντίτιδα Αχιλλείου

Γενικά: Ο Αχίλλειος τένοντας είναι ο μεγαλύτερος τένοντας του σώματος. Συνδέει τους μυς της γάμπας με την πτέρνα και βοηθάει στην ορθοστάτηση, τη βάδιση, το τρέξιμο και την αναρρίχηση σκάλας. Η υπέρχρησή του μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό και φλεγμονή, με συνέπεια την εμφάνιση τενοντίτιδας.

Αίτια: Η τενοντίτιδα του Αχιλλείου είναι σχεδόν πάντοτε αποτέλεσμα υπέρχρησης. Εμφανίζεται όταν αυξήσει απότομα κανείς την απόσταση που βαδίζει ή τρέχει καθημερινά, σε δρομείς που δεν φορούν κατάλληλα παπούτσια ή που τρέχουν σε σκληρές επιφάνειες, σε αθλητές που κάνουν πολλά άλματα (μπάσκετ, βόλεϊ) καθώς και όταν αυξάνει το σωματικό βάρος.

Συμπτώματα: Ο πόνος στην περιοχή του Αχιλλείου και της πτέρνας είναι το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα. Σε πιο προχωρημένες καταστάσεις, μπορεί να συνοδεύεται από οίδημα και ερυθρότητα. Σε χρόνιες τενοντίτιδες μπορεί να εμφανιστεί ένα οστικό εξόγκωμα στη βάση του Αχιλλείου, το οποίο ερεθίζεται όταν φοράει κανείς σκληρά παπούτσια.

Διάγνωση: Η κλινική εξέταση και ο μυοσκελετικός υπέρηχος μπορούν να θέσουν τη διάγνωση με ασφάλεια. Μπορεί να ζητηθούν ακτινογραφίες αν έχει εμφανιστεί κάποιο οστικό εξόγκωμα. Η μαγνητική έχει ένδειξη μόνο αν υπάρχει υποψία ρήξης του Αχιλλείου τένοντα.

Θεραπεία: Το πιο σημαντικό βήμα για τη θεραπεία της τενοντίτιδας Αχιλλείου είναι η ανάπαυση. Στην οξεία φάση θα πρέπει να διακόπτονται οι δραστηριότητες που καταπονούν τον τένοντα. Η εφαρμογή πάγου και η λήψη αντιφλεγμονώδους αγωγής αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας. Αν ο πόνος είναι ιδιαίτερα οξύς, προτείνεται η χρήση κάποιου πέλματος σιλικόνης ή ακόμα και νάρθηκα για λίγες μέρες. Η φυσιοθεραπεία συνήθως ακολουθεί τη φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να αποκατασταθεί ο τένοντας μετά τη φλεγμονή που υπέστη. Η χρήση κρουστικού υπερήχου κατά τη φυσιοθεραπεία είναι αρκετά αποτελεσματική, ιδίως όταν υπάρχει κάποιο οστικό εξόγκωμα. Η ενέσιμη θεραπεία γενικά εφαρμόζεται όταν αποτύχει η συντηρητική αντιμετώπιση ή όταν συνυπάρχει κάποια μικρή ρήξη του τένοντα. Η κορτιζόνη αποφεύγεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει ολική ρήξη του τένοντα. Η χρήση αυτόλογων αιμοπετάλιων (PRP) δεν έχει επιπλοκές και επισπεύδει την επούλωση και αποκατάσταση του τένοντα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφ’ όσον εξαντλήσει κανείς τη συντηρητική αντιμετώπιση, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική αντιμετώπιση. Με την επέμβαση γίνεται χειρουργικός καθαρισμός από τη φλεγμονή και αφαιρούνται τυχόν οστικά εξογκώματα. Ο ασθενής φοράει νάρθηκα ποδοκνημικής (μπότα) για περίπου 2 εβδομάδες. Η αποκατάσταση ξεκινάει άμεσα και η διάρκειά της εξαρτάται από το μέγεθος της βλάβης που επιδιορθώθηκε, συνήθως 3 – 4 εβδομάδες.

Τενοντίτιδα

image-348384-tenontitida-45c48.jpg
Ο τένοντας είναι ένας ινώδης ιστός που συνδέει τους μυς με τα οστά. Αποτελείται από κολλαγόνο και ελαστικές ίνες και περιβάλλεται από μια διπλή μεμβράνη με υγρό. Όταν ένας τένοντας υποβληθεί σε καταπονήσεις που ξεπερνούν τα όρια αντοχής του, ο οργανισμός αντιδρά προκαλώντας ερεθισμό και φλεγμονή. Αυτό ονομάζεται τενοντίτιδα, και αποτελεί ένα από τα πιο συχνά νοσήματα της ορθοπαιδικής.
Όταν συσπάται ένας μυς, ασκεί δύναμη στον τένοντά του ο οποίος με τη σειρά του ασκεί δύναμη στο οστό που προσφύεται. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η κίνηση στο ανθρώπινο σώμα. Ένας τένοντας είναι κατασκευασμένος να υπόκειται στις δυνάμεις που του εξασκεί ο μυς καθώς και στην αντίσταση που προβάλλει το οστό μέχρι ενός ορίου. Όταν οι δυνάμεις αυτές επαναλαμβάνονται εκατοντάδες φορές την ημέρα και ιδίως όταν υπάρχει και αυξημένη αντίσταση στην κίνηση, όπως όταν σηκώνουμε κάποιο βάρος επανειλημμένα, τότε υπερβαίνονται τα όρια αντοχής του τένοντα. Ο τένοντας τότε ερεθίζεται και κάποιες από τις ίνες του μπορεί να ακόμα και να σπάσουν. Ο οργανισμός προσπαθεί να απομακρύνει τα σπασμένα αυτά κομμάτια σαν να ήταν ξένα σώματα, προκαλώντας φλεγμονή. Αυτός λοιπόν ο ερεθισμός και η φλεγμονή αποτελούν την οξεία τενοντίτιδα. Σε δεύτερο χρόνο, ο οργανισμός προσπαθεί να επισκευάσει τον φθαρμένο αυτό τένοντα. 
​​​​​​​
Ενδέχεται ωστόσο αντί να ανακατασκευαστεί φυσιολογικός τένοντας, να δημιουργηθεί ουλή, με τον ίδιο τρόπο όπως δημιουργούνται οι ουλές και σε άλλες κακώσεις. Ο τένοντας τότε αποτελείται από φυσιολογικό αλλά και ουλώδη ιστό, και είναι πιο επιρρεπής σε χρόνιο ερεθισμό και υποτροπές της φλεγμονής. Αυτό πλέον αποτελεί τη χρόνια τενοντίτιδα. 

Το κύριο αίτιο της τενοντίτιδας είναι η καταπόνηση λόγω υπέρχρησης. Γενικά, όταν κάνει κάποιος την ίδια επαναλαμβανόμενη κίνηση συνεχώς, αυξάνει η πιθανότητα να παρουσιάσει οξεία τενοντίτιδα. Αν αυτή δεν επουλώσει επαρκώς, τότε εμφανίζεται η χρόνια τενοντίτιδα. Έτσι, κάποιες μορφές εργασίας, άθλησης και ενασχόλησης με συγκεκριμένες δραστηριότητες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της πάθησης. Άλλοι ενοχοποιητικοί παράγοντες είναι η μειωμένη ελαστικότητα και δύναμη σε μια άρθρωση, η αυξημένη ηλικία και η κακή κυκλοφορία του αίματος, όπως παρατηρείται π.χ. σε διαβητικούς ή καπνιστές. 

Η τενοντίτιδα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε τένοντα οπουδήποτε στο σώμα. Οι πιο συνηθισμένες περιοχές (κάποιες έχουν και ιδιαίτερη επωνυμία) είναι:
•    Τενοντίτιδα στροφικού πετάλου ή περιαρθρίτιδα στον ώμο
•    Επικονδυλίτιδα στον αγκώνα
•    Τενοντίτιδα De Quervain στον καρπό – αντίχειρα
•    Τροχαντηρίτιδα στο ισχίο
•    Τενοντίτιδα τετρακεφάλου ή επιγονατιδικού στο γόνατο
•    Τενοντίτιδα Αχιλλείου τένοντα στην ποδοκνημική
Τα συμπτώματα της τενοντίτιδας κυμαίνονται ανάλογα με τη βαρύτητα από οίδημα, αίσθημα θερμότητας και ενόχληση ως διαξιφιστικό, έντονο πόνο που κάνει την όποια κίνηση ανυπόφορη. Σε χρόνιες καταστάσεις τα συμπτώματα εμφανίζουν ύφεση για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ οι εξάρσεις πυροδοτούνται από ελάχιστη καταπόνηση. Η διάγνωση της πάθησης μπορεί να επιβεβαιωθεί με τη διενέργεια μυοσκελετικού υπερηχογραφήματος, που στις περισσότερες περιπτώσεις έχει παρόμοια αξιοπιστία με τη μαγνητική τομογραφία. 

image-348385-tenontitida2-c20ad.jpg
Η θεραπεία της νόσου εξαρτάται από την ανατομική περιοχή που πλήττεται, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τη χρονιότητα της πάθησης. Γενικά, η ανάπαυση και η εφαρμογή είτε πάγου είτε θερμότητας αποτελούν βασική αρχή για όλες τις μορφές και τύπους τενοντίτιδας. Τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη αποτελούν πρώτη γραμμή θεραπείας, έχουν ωστόσο σημαντικές παρενέργειες και αντενδείξεις και θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο μετά από ιατρική συμβουλή. Η φυσιοθεραπεία ακολουθεί μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Έχει ρόλο κυρίως στο να βοηθήσει στη φυσιολογική επούλωση του τένοντα και να αυξήσει τη δύναμη και την ελαστικότητά του, ώστε να αποφευχθούν υποτροπές της νόσου. Σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται ενέσιμη θεραπεία. Οι ενέσεις αυτές παραδοσιακά γίνονταν με κορτιζόνη, ενώ πλέον μπορούν να χρησιμοποιηθούν βιολογικές θεραπείες όπως αυτόλογα αιμοπετάλια (μέθοδος PRP). Οι ενέσεις αυτές εκτελούνται με τον πιο σύγχρονο τρόπο, δηλαδή με υπερηχογραφική καθοδήγηση. Έτσι, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια. Σε σπάνιες περιπτώσεις και εφ’ όσον δεν υπήρξε ανταπόκριση στη συντηρητική θεραπεία, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση.
​​​​​​​
Η πρόληψη των υποτροπών της νόσου απαιτεί, όπως προαναφέρθηκε, την ενδυνάμωση και την αύξηση της ελαστικότητας του πάσχοντος τένοντα. Αυτό γίνεται είτε με ασκήσεις που κάνει κανείς μόνος του ή πιο συχνά, με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή. Εξίσου σημαντική είναι και η αλλαγή στον τρόπο και στη στάση εργασίας, με τη χρήση εργονομικής καρέκλας ή εργονομικών βοηθημάτων –π.χ. πληκτρολόγιο και ποντίκι. Στους αθλητές επιβάλλεται η χρήση κατάλληλου εξοπλισμού και πιθανόν η αλλαγή του προπονητικού προγράμματος με έμφαση στη σωστή προθέρμανση και αποθεραπεία. Τέλος, ωφέλιμα είναι και κάποια ορθοπαιδικά είδη όπως περικάρπια, περιαγκωνίδες, πέλματα σιλικόνης και άλλα.

Επικονδυλίτιδα

Οι μυς του πήχη που κινούν τον καρπό και τα δάκτυλα έχουν κοινή έκφυση από τον αγκώνα και συγκεκριμένα από δυο οστικά εξογκώματα που λέγονται επικόνδυλοι. Η υπέρχρηση και η καταπόνηση λόγω εργασίας ή συγκεκριμένων ασχολιών προκαλεί φλεγμονή και πόνο στον κοινό τένοντα. Η τενοντίτιδα των μυών αυτών λέγεται επικονδυλίτιδα, καθώς αφορά πολλαπλούς μυς. Η έξω επικονδυλίτιδα  αφορά τους μυς που εκτείνουν τον καρπό και τα δάκτυλα, ενώ η έσω επικονδυλίτιδα τους καμπτήρες μυς του καρπού και των δακτύλων. 

Η επικονδυλίτιδα συμβαίνει συχνά –αλλά όχι αποκλειστικά-  σε άτομα που κάνουν συγκεκριμένες εργασίες, όπως οικοδόμους, υδραυλικούς, μάγειρες, δακτυλογράφους και άλλες. Είναι επίσης συνηθισμένη αθλητική κάκωση, ιδίως σε αθλήματα όπως τένις, γκολφ και ρίψεις (ακόντιο, δίσκος κ.τ.λ.). Τα συμπτώματα της επικονδυλίτιδας είναι πόνος στην περιοχή του αγκώνα που μπορεί να επεκτείνεται στον πήχη. Ο πόνος επιδεινώνεται με συγκεκριμένες κινήσεις ή να είναι χειρότερος το βράδυ. Ενδέχεται να υπάρχει μούδιασμα, βελονισμοί ή κάψιμο μέχρι τα δάκτυλα. Συχνά συνυπάρχει αδυναμία στα χέρια.

Η διάγνωση της επικονδυλίτιδας βασίζεται στην κλινική εξέταση και στη διενέργεια μυοσκελετικού υπερηχογραφήματος. Ειδικά για την επικονδυλίτιδα, ο υπέρηχος μυοσκελετικού έχει την ίδια ακρίβεια και ευαισθησία με τη μαγνητική τομογραφία, η οποία πλέον θεωρείται περιττή για τη διάγνωση.  
Η αρχική θεραπεία της επικονδυλίτιδας είναι ανάπαυση, εφαρμογή πάγου και ενδεχομένως η χρήση κάποιου νάρθηκα για 2 – 3 εβδομάδες. Τα μη- στεροειδή αντιφλεγμονώδη αποτελούν πρώτη γραμμή θεραπείας, έχουν ωστόσο σημαντικές παρενέργειες και αντενδείξεις και θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο μετά από ιατρική συμβουλή. Η φυσιοθεραπεία ακολουθεί μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Έχει ρόλο κυρίως στο να βοηθήσει στη φυσιολογική επούλωση του τένοντα και να αυξήσει τη δύναμη και την ελαστικότητά του, ώστε να αποφευχθούν υποτροπές της νόσου. Σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται ενέσιμη θεραπεία. Οι ενέσεις αυτές παραδοσιακά γίνονταν με κορτιζόνη, ενώ πλέον μπορούν να χρησιμοποιηθούν βιολογικές θεραπείες, όπως αυτόλογα αιμοπετάλια (μέθοδος PRP). Οι ενέσεις αυτές εκτελούνται με τον πιο σύγχρονο τρόπο, δηλαδή με υπερηχογραφική καθοδήγηση. Έτσι, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια.
​​​​​​​
Πολύς κόσμος ταλαιπωρείται από επικονδυλίτιδα για χρόνια, διότι συχνά παραβλέπουμε το πιο κρίσιμο στοιχείο μιας επιτυχημένης θεραπείας –την αποφυγή ή τροποποίηση της ασχολίας που προκάλεσε την επικονδυλίτιδα. Ένα διαφορετικό εργαλείο για τον ξυλουργό, υδραυλικό κ.τ.λ., ένα διαφορετικό ποντίκι ή πληκτρολόγιο για τον εργαζόμενο σε γραφείο, μια άλλη ρακέτα ή αθλητικό εξοπλισμό στον αθλητή αποτελούν το πιο σημαντικό βήμα για την αποφυγή των υποτροπών.

Χονδροπάθεια επιγονατίδας

image-348388-xondropatheia_epigonatidas-aab32.jpg
Η χονδροπάθεια της επιγονατίδας αποτελεί το συνηθέστερο αίτιο πόνου στο πρόσθιο τμήμα του γόνατος. Ο μηρός στο επίπεδο του γόνατος σχηματίζει δυο σφαιρικά εξογκώματα, τους μηριαίους κονδύλους. Η επιγονατίδα κινείται στην αύλακα ανάμεσα στους κονδύλους. Αν για κάποιο λόγο αλλάξει η φυσιολογική τροχιά της επιγονατίδας, προκαλούνται τριβές και ερεθισμός στο χόνδρο ανάμεσα στην επιγονατίδα και τον μηρό. Σε βάθος χρόνου, αυτό μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις και βλάβες στον αρθρικό χόνδρο.

Το κύριο αίτιο της νόσου είναι η υπέρχρηση, ιδίως με δραστηριότητες όπως το τρέξιμο, τα βαθιά καθίσματα ή χρήση σκάλας. Ενδέχεται να συνυπάρχει κάποια διαταραχή στους συνδέσμους της επιγονατίδας ή στους μυς του κάτω άκρου. Μπορεί επίσης να συμβεί σε αθλητές όταν αλλάξουν τον εξοπλισμό τους (κυρίως παπούτσια), το προπονητικό τους πρόγραμμα ή αν τρέχουν σε σκληρή επιφάνεια. 
​​​​​​​
Η θεραπεία της νόσου εξαρτάται από τη βαρύτητά της. Γενικά, όσο πιο ήπια η κατάσταση τόσο πιο συντηρητική είναι η θεραπεία με μέτρα όπως εφαρμογή πάγου και ενδυνάμωση τετρακεφάλου. Σε πιο προχωρημένα στάδια ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί ενέσεις στο γόνατο. Στα τελικά στάδια ή σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποια διαταραχή στην επιγονατίδα ενδέχεται να χρειαστεί αρθροσκόπηση του γόνατος.

Ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου

image-348383-rixi_prosthiou-6512b.jpg
Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος συνδέει το κέντρο της αρθρικής επιφάνειας του μηρού με το αντίστοιχο κέντρο της κνήμης. Ο ρόλος του είναι να σταθεροποιεί και να συγκρατεί το γόνατο. Ο τραυματισμός του προσθίου χιαστού συχνά συνοδεύεται και από άλλους τραυματισμούς (το 54% των ασθενών με ρήξη προσθίου χιαστού πάσχουν και από ρήξη έξω μηνίσκου). 
Εικόνα 1: φυσιολογικό γόνατο με ακέραιο πρόσθιο χιαστό.
Εικόνα 2: Ρήξη προσθίου χιαστού. 
​​​​​​​
Το γόνατο εμφανίζει υπερέκταση καθώς και πρόσθια μετατόπιση της κνήμης. 
Η ρήξη του προσθίου χιαστού είναι πιο συχνή σε αθλήματα που απαιτούν απότομες αλλαγές κατεύθυνσης ή περιστροφικές κινήσεις. Επίσης μπορεί να συμβεί μετά από άλματα και κακή προσγείωση και σπανιότερα σε τροχαία ατυχήματα και πτώσεις από ύψος. Οι γυναίκες αθλήτριες έχουν αυξημένη πιθανότητα ρήξης σε σχέση με τους άνδρες, λόγω της διαφορετικής ανατομίας και κινηματικής τους. Η πιο αποτελεσματική πρόληψη είναι ένα σωστό προπονητικό πρόγραμμα, το οποίο μπορεί να μειώσει την επίπτωση ως και 30%.

Οι ασθενείς με ρήξη χιαστού συχνά αναφέρουν μια στροφική κάκωση του γόνατος, όπου ένιωσαν κάτι να σπάει ή να σκίζεται μέσα στο γόνατο (χαρακτηριστικά περιγράφουν «ένιωσα ένα κρακ»). Η κάκωση προκαλεί τόσο πόνο ώστε να σταματούν την αθλητική δραστηριότητα και να αποσύρονται από τον αγωνιστικό χώρο. Ο πόνος συνοδεύεται από οίδημα και αίσθημα αστάθειας, συχνά σε σημείο που να μην μπορεί να βάλει κανείς όλο του το βάρος στο πάσχον γόνατο. Η κλινική εξέταση από τον ιατρό και η μαγνητική τομογραφία είναι απαραίτητες για να τεθεί η διάγνωση και να οριστεί η καταλληλότερη θεραπεία.

Η άμεση αντιμετώπιση οποιασδήποτε κάκωσης του γόνατος περιλαμβάνει την επιθετική παγοθεραπεία, την επίδεση και τη χρήση βακτηριών (κοινώς πατερίτσες) για αποφόρτιση. Η θεραπεία της ρήξης προσθίους χιαστού σε ασθενείς με χαμηλό επίπεδο φυσικής δραστηριότητας μπορεί να είναι συντηρητική, με φυσιοθεραπεία και ασκήσεις ενδυνάμωσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η χειρουργική αποκατάσταση είναι η ενδεδειγμένη λύση. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μέθοδοι για την αποκατάσταση του προσθίου χιαστού, και η επιλογή της καταλληλότερης τεχνικής καθώς και του προγράμματος αποθεραπείας θα πρέπει να γίνεται μετά από λεπτομερή εκτίμηση από το θεράποντα ιατρό.

Ρήξη μηνίσκου

image-348382-rixi_miniskou-c9f0f.jpg
Οι μηνίσκοι είναι δυο μαλακά και ελαστικά ημικύκλια εντός του γόνατος. Ο ρόλος τους είναι να αποσβένουν τους κραδασμούς και να βοηθούν να εφαρμόσουν οι σφαιρικοί μηριαίοι κόνδυλοι με την επίπεδη κνήμη, συμβάλλοντας έτσι και στη σταθερότητα της άρθρωσης. Όταν τραυματίζεται το γόνατο, ο μηνίσκος συνθλίβεται και σκίζεται. Αυτό ονομάζεται ρήξη μηνίσκου και αποτελεί μια από τις πιο συνηθισμένες κακώσεις.
​​​​​​​
Ο συνήθης μηχανισμός κάκωσης που προκαλεί ρήξη μηνίσκου είναι μια στροφική κίνηση ή μια κακή προσγείωση μετά από άλμα. Μπορεί επίσης να συμβεί μετά από απότομο γονάτισμα ή βαθύ κάθισμα. Καθώς μεγαλώνουμε, οι μηνίσκοι γίνονται πιο σκληροί και εύθρυπτοι, με αποτέλεσμα να παθαίνουν ρήξη πολύ πιο εύκολα. 

Τα συμπτώματα της ρήξης μηνίσκου συνήθως είναι οξύς πόνος που συνοδεύεται από οίδημα και δυσκαμψία. Σπανιότερα υπάρχει αδυναμία στήριξης στο πάσχων σκέλος. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν σταδιακά και μετά από αρκετό χρόνο από την κάκωση. Η διάγνωση τίθεται με τη λήψη λεπτομερούς ιστορικού, την κλινική εξέταση και ενδεχομένως τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας. 
Η αντιμετώπιση της ρήξης μηνίσκου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η μορφή της ρήξης αποτελεί σίγουρα βασικό, αλλά όχι το μοναδικό κριτήριο για τον τρόπο θεραπείας. Η ηλικία και η γενική κατάσταση του ασθενούς, το επίπεδο φυσικής δραστηριότητας και η παρουσία άλλων βλαβών στο γόνατο πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη. Γενικά σε ασθενείς μεγαλύτερους σε ηλικία, με ήπιες σωματικές δραστηριότητες προτιμάται η συντηρητική αντιμετώπιση. Σε νεότερους ασθενείς που αθλούνται ή ασχολούνται με σωματική εργασία συνίσταται η αρθροσκόπηση του γόνατος

Τενοντοελυτρίτιδα De Quervain

Γενικά: Η τενοντοελυτρίτιδα De Quervain είναι η φλεγμονή των τενόντων που βρίσκονται στη βάση του αντίχειρα. Αφορά δύο τένοντες που πορεύονται σχεδόν κολλητά, και φλεγμαίνουν πάντοτε μαζί. 

Αίτια: Το κύριο αίτιο της πάθησης είναι η υπέρχρηση. Προσβάλλει συνήθως άτομα που χρησιμοποιούν πάρα πολύ το κινητό τους τηλέφωνο και νεαρές μητέρες. Η τενοντίτιδα De Quervain αποκαλείται και “text thumb” -«ο αντίχειρας του SMS» ή και “mommy thumb” – «ο αντίχειρας της μαμάς» καθώς αυτές κατά κύριο λόγο είναι οι ασχολίες που την προκαλούν. Η πάθηση είναι πιο συχνή σε εγκύους, καθώς και ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή θυρεοειδοπάθεια.

Συμπτώματα: Το κύριο σύμπτωμα είναι ο οξύς, διαξιφιστικός πόνος στον καρπό ακριβώς στη βάση του αντίχειρα. Ο πόνος επιδεινώνεται όταν προσπαθεί κανείς να πιάσει σφιχτά ένα αντικείμενο ή να χρησιμοποιήσει κάποιο εργαλείο όπως ψαλίδι. Μπορεί να συνυπάρχει οίδημα, αίσθημα θερμότητας και ερυθρότητα στην περιοχή.

Διάγνωση: Για τη διάγνωση απαιτείται το ιστορικό και η κλινική εξέταση. Ο μυοσκελετικός υπέρηχος καταδεικνύει την τενοντίτιδα και επιβεβαιώνει την κλινική υποψία.

Θεραπεία: Η αρχική θεραπεία της τενοντοελυτρίτιδας De Quervain είναι ανάπαυση, εφαρμογή πάγου και ενδεχομένως η χρήση κάποιου νάρθηκα για 2 – 3 εβδομάδες. Τα μη- στεροειδή αντιφλεγμονώδη αποτελούν πρώτη γραμμή θεραπείας, έχουν ωστόσο σημαντικές παρενέργειες και αντενδείξεις και θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο μετά από ιατρική συμβουλή. Η φυσιοθεραπεία ακολουθεί μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Έχει ρόλο κυρίως στο να βοηθήσει στη φυσιολογική επούλωση του τένοντα και να αυξήσει τη δύναμη και την ελαστικότητά του, ώστε να αποφευχθούν υποτροπές της νόσου. Σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται ενέσιμη θεραπεία. Οι ενέσεις αυτές παραδοσιακά γίνονταν με κορτιζόνη, ενώ πλέον μπορούν να χρησιμοποιηθούν βιολογικές θεραπείες όπως αυτόλογα αιμοπετάλια (μέθοδος PRP). Οι ενέσεις αυτές εκτελούνται με τον πιο σύγχρονο τρόπο, δηλαδή με υπερηχογραφική καθοδήγηση. Έτσι, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια. Σε σπάνιες περιπτώσεις και εφ’ όσον δεν υπήρξε ανταπόκριση στη συντηρητική θεραπεία, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. 

Επέμβαση: Η Η τενοντοελυτρίτιδα De Quervain αντιμετωπίζεται με μια μικρή επέμβαση που γίνεται με τοπική αναισθησία. Στην περιοχή της βάσης του αντίχειρα γίνεται αρχικά ενδελεχής αντισηψία και ένεση τοπικού αναισθητικού. Στη συνέχεια εκτελείται μια μικρή τομή (1 εκατοστό) μέσω της οποίας ο τένοντας απελευθερώνεται από την στένωση. Η επέμβαση γίνεται με τη χρήση διοφθάλμιου μικροσκοπίου, ώστε η όλη διαδικασία να γίνεται με τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια. 

Αποκατάσταση: Μετά την επέμβαση, γίνεται σύγκλειση της τομής με ράμματα και περίδεση του καρπού. Τα ράμματα αφαιρούνται μετά από 10 – 15 ημέρες, οπότε και ο ασθενής επιστρέφει πλήρως στις δραστηριότητές του.

Νωτιαία επισκληρίδιος παρακέντηση

image-348370-notiaia_episkliridios_-45c48.jpg
Γενικά: Η νωτιαία επισκληρίδιος παρακέντηση αποτελεί πρακτικά μια ένεση εντός της σπονδυλικού σωλήνα μέσω ενός ανοίγματος του ιερού οστού. Σκοπός της παρακέντησης είναι να χορηγηθούν φαρμακευτικές ουσίες που θα περιορίσουν τη φλεγμονή και θα ανακουφίσουν τον πόνο. Σε αντίθεση με τις άλλες τεχνικές επισκληρίδιας παρακέντησης, όπου μπορεί να συμβούν καταστροφικές επιπλοκές, η νωτιαία παρακέντηση είναι μια σημαντικά πιο ασφαλής όσο και αποτελεσματική μέθοδος.

Ενδείξεις: Η νωταία επισκληρίδιος παρακέντηση ενδείκνυται σε ασθενείς με πόνο στη μέση (οσφυαλγία) ή στο πόδι (ισχιαλγία), στους οποίους η συντηρητική αντιμετώπιση δεν ήταν επιτυχής. Όταν μαζί με τον πόνο υπάρχουν και συμπτώματα νευρολογικής φύσης (μυϊκή αδυναμία, μούδιασμα, κάψιμο κ.τ.λ.) η νωτιαία επισκληρίδιος παρακέντηση είναι πολύ πιο αποτελεσματική από τη συντηρητική αντιμετώπιση.

Διαδικασία: Ο ασθενής λαμβάνει πρηνή θέση (μπρούμυτα) με ένα μαξιλάρι στη λεκάνη. Στην περιοχή μόλις πάνω από τον κόκκυγα γίνεται αρχικά ενδελεχής αντισηψία και ένεση τοπικού αναισθητικού. Αφ’ ότου αναισθητοποιηθεί η περιοχή γίνεται εισαγωγή της βελόνης υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο –χρησιμοποιείται ειδικό μηχάνημα ακτίνων Χ. Ο έλεγχος της σωστής τοποθέτησης της βελόνης γίνεται με την έγχυση σκιαγραφικού. Αφού επιβεβαιωθεί η σωστή θέση της βελόνης, εκτελείται η έγχυση κορτιζονούχου διαλύματος. Το διάλυμα αυτό εμβαπτίζει τα ερεθισμένα νεύρα και εξαλείφει τη φλεγμονή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί και να συρρικνώσει τυχόν κήλες δίσκων.

Ανάρρωση: Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η ανακούφιση είναι άμεση. Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών η ανακούφιση έρχεται σε 2 – 3 εικοσιτετράωρα. Σε κάποιες πιο βαριές περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί παραπάνω από μία παρακέντηση για να μεγιστοποιηθεί το αποτέλεσμα.

Ολική αρθροπλαστική ισχίου

image-348371-oliki_arthroplastiki_isxiou-16790.jpg
Η ολική αρθροπλαστική ισχίου είναι μια χειρουργική επέμβαση κατά την οποία τα φθαρμένα και αλλοιωμένα τμήματα της άρθρωσης αντικαθίστανται από μεταλλικά εμφυτεύματα. Η επέμβαση αυτή διενεργείται σε ασθενείς με βαριές βλάβες ή παραμόρφωση του ισχίου καθώς και σε ασθενείς με έντονα συμπτώματα που δεν ανακουφίζονται με συντηρητική αγωγή. 
Η επέμβαση μπορεί να γίνει είτε με γενική είτε με επισκληρίδιο αναισθησία. Πριν την επέμβαση, ο ασθενής υποβάλλεται σε προεγχειρητικό έλεγχο με εξετάσεις αίματος, ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα. Αφού εκτιμήσει τον ασθενή, ο αναισθησιολόγος μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έλεγχο ή ακόμα και εκτίμηση από ειδικευμένο συνάδελφο, όπως π.χ. καρδιολόγο ή διαβητολόγο.

Στη διάρκεια της επέμβασης, ο χειρουργός αφαιρεί προσεκτικά τα φθαρμένα τμήματα της άρθρωσης, τα οποία στη συνέχεια αντικαθίστανται από εμφυτεύματα ή προθέσεις. Οι προθέσεις αυτές είναι ειδικά σχεδιασμένες ώστε να προσομοιάζουν τη φυσιολογική ανατομία και λειτουργία του ισχίου. Είναι απαραίτητο να γίνεται προσεκτικός και λεπτομερής προεγχειρητικός σχεδιασμός, ώστε να καθοριστεί το είδος των προθέσεων που θα εμφυτευθούν, καθώς και το πλάνο μετεγχειρητικής αποκατάστασης. 

Η μετεγχειρητική αποκατάσταση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η γενική κατάσταση υγείας του ασθενούς, το σωματικό βάρος, η ατροφία των μυών πριν την επέμβαση, το είδος των επιλεγμένων εμφυτευμάτων και πολλούς άλλους. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος νοσηλείας είναι από 3 ως 7 ημέρες. Ο ασθενής κάθεται σε καρέκλα από την ημέρα του χειρουργείου και βαδίζει με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή από την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα. Μόλις σταθεροποιηθεί η κατάστασή του, ο ασθενής επιστρέφει σπίτι του έχοντας λάβει τις κατάλληλες οδηγίες εξόδου. Η βάδιση γίνεται με τη βοήθεια περιπατητήρα τύπου «Π» για περίπου ένα μήνα ενώ η φυσιοθεραπεία συνεχίζεται για το ίδιο χρονικό διάστημα. Με την ολοκλήρωση της αποθεραπείας μπορεί κανείς πλέον να επιστρέψει στις δραστηριότητές του, ζώντας μια ζωή χωρίς πόνο και χωρίς περιορισμούς.

Τα τελευταία χρόνια, έχουν ανακαλυφθεί νέες, λιγότερο επεμβατικές τεχνικές για την ολική αρθροπλαστική ισχίου. Συλλογικά αυτές οι τεχνικές αποκαλούνται minimally invasive total hip replacement. Με τις τεχνικές αυτές γίνεται μικρότερη τομή, που σημαίνει λιγότερο πόνο, λιγότερη απώλεια αίματος και συντομότερη νοσηλεία. Ωστόσο, σε αντίθεση με την «παραδοσιακή» αρθροπλαστική, δεν είναι όλοι οι ασθενείς κατάλληλοι για αυτές τις τεχνικές. Η επιλογή της καταλληλότερης τεχνικής για τον κάθε ασθενή θα πρέπει να εξατομικεύεται. Με τον προεγχειρητικό σχεδιασμό, ο χειρουργός θα εκτιμήσει ποια τεχνική είναι η καταλληλότερη για τον καθορισμένο ασθενή.
​​​​​​​
Τα αποτελέσματα της ολικής αρθροπλαστικής είναι εξαιρετικά για τη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών. Παγκοσμίως γίνονται πάνω από 1.000.000 τέτοιες επεμβάσεις το έτος, με το 95% των ασθενών να έχουν επιτυχή έκβαση. Συνεπώς, η ολική αρθροπλαστική ισχίου είναι από τις πιο δημοφιλείς και επιτυχημένες επεμβάσεις της ορθοπαιδικής, που επαναφέρει έναν ασθενή σε μια βελτιωμένη ποιότητα ζωής, χωρίς πόνο και ανικανότητα. 

Βιολογικές θεραπείες – Αυτόλογα αιμοπετάλια

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια καινοτόμος θεραπευτική μέθοδος που χρησιμοποιεί κύτταρα από τον ίδιο τον ασθενή προκειμένου να επιτευχθεί επούλωση. Η μέθοδος ονομάζεται πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια (Platelet Rich Plasma – PRP) και χρησιμοποιείται ευρέως για αντιμετώπιση παθήσεων που μέχρι πρότινος θα απαιτούσαν ενέσεις κορτιζόνης ή ακόμα και χειρουργική επέμβαση. 

Τι ακριβώς είναι το PRP
Τα αιμοπετάλια είναι μικροσκοπικά κύτταρα του αίματος. Κυκλοφορώντας στο αίμα, τα κύτταρα αυτά περιπολούν το σώμα μας ανιχνεύοντας τυχόν τραυματισμούς και βλάβες και ξεκινούν τη διαδικασία επούλωσης. Ο ρόλος τους είναι να «μπαλώσουν» τη βλάβη και εκκρίνοντας διάφορες ουσίες, να την επιδιορθώσουν. 

Το PRP είναι μια τεχνική με την οποία συλλέγεται μεγάλη ποσότητα αιμοπεταλίων από τον ίδιο τον ασθενή. Εν συνεχεία, αυτά ενεργοποιούνται και εισάγονται στην περιοχή της βλάβης. Η υψηλή συγκέντρωση αιμοπεταλίων επιτυγχάνει ταχύτερη επούλωση της βλάβης με απολύτως φυσικό τρόπο. Δεν υπάρχει κίνδυνος αλλεργίας ή φαρμακευτικών παρενεργειών, καθώς πρόκειται για κύτταρα από το σώμα του ασθενούς (αυτόλογα).

Πώς γίνεται το PRP
Αρχικά γίνεται αιμοληψία (ακριβώς όπως όταν κάνουμε εξέταση αίματος) περίπου 40ml αίματος. Τα αιμοπετάλια διαχωρίζονται από τα υπόλοιπα κύτταρα και συστατικά του αίματος με μια διαδικασία που ονομάζεται φυγοκέντρηση. Στη συνέχεια, εισάγονται στην περιοχή της βλάβης με τη βοήθεια υπερηχογραφικά κατευθυνόμενης έγχυσης. Η όλη διαδικασία γίνεται με τοπική αναισθησία και διαρκεί περίπου 30 λεπτά.

Για ποιες παθήσεις γίνεται το PRP
Το PRP χρησιμοποιείται κυρίως σε 
•    Τενοντίτιδες – ρήξεις τενόντων
•    Τραυματισμούς, όπως μυϊκές θλάσεις και διαστρέμματα
•    Οστεοαρθρίτιδα και χονδροπάθεια
Η μέθοδος εξελίσσεται διαρκώς και συνεχώς προστίθενται και άλλες παθήσεις στον κατάλογο, ιδιαίτερα από το χώρο της αθλητιατρικής. Κατά την επίσκεψη στο ιατρείο, θα μπορέσετε να λάβετε περισσότερες διευκρινίσεις και θα καθοριστεί αν το PRP είναι κατάλληλο για την περίπτωσή σας.

image-348373-viologikes_therapeies-45c48.jpg
Εικόνα 1: Έγχυση PRP σε ρήξη τένοντα
Εικόνα 2: Τα αιμοπετάλια συγκεντρώνονται στη βλάβη
Εικόνα 3: Αρχικό στάδιο επούλωσης 
Εικόνα 4: Τελική επούλωση – αποκατάσταση της ρήξης.

Ανατομία του γόνατος

image-348374-anatomia_gonatou-9bf31.jpg
Το γόνατο αποτελεί την άρθρωση μεταξύ τριών οστών –του μηρού, της κνήμης και της επιγονατίδας. Φυσιολογικά το γόνατο κινείται προς μία μόνο κατεύθυνση –αυτό αποκαλείται διάρθρωση ή κοινώς «μεντεσές».
Η βάση της άρθρωσης αποτελείται από την κνήμη. Η περόνη ενώνεται με την κνήμη κάτωθεν του γόνατος και δεν αποτελεί μέρος της άρθρωσης. Ο μηρός είναι το μεγαλύτερο οστό του σώματος και στο επίπεδο του γόνατος σχηματίζει δυο σφαιρικά εξογκώματα, τους μηριαίους κονδύλους. Τέλος η επιγονατίδα καλύπτει το πρόσθιο μέρος του γόνατος. Εντός της άρθρωσης, το οστό καλύπτεται από ένα στρώμα αρθρικού χόνδρου που επιτρέπει την ελαχιστοποίηση των τριβών.
​​​​​​​
Τα οστά συνδέονται μεταξύ τους με ινώδεις ταινίες που αποκαλούνται σύνδεσμοι. Οι πιο γνωστοί σύνδεσμοι του γόνατος είναι οι πλάγιοι και οι χιαστοί σύνδεσμοι. Ο πρόσθιος και οπίσθιος χιαστός διασταυρώνονται χιαστί στην πορεία τους από το κέντρο του μηρού στο κέντρο της κνήμης, και από εκεί παίρνουν το όνομά τους. Ο ρόλος των συνδέσμων είναι να περιορίζουν κάποιες κινήσεις, ώστε το γόνατο να μπορεί να κινείται προς μία μόνο κατεύθυνση. Τέλος εντός του γόνατος υπάρχουν οι μηνίσκοι, δυο χόνδρινα «μαξιλαράκια» σχήματος C. Ο ρόλος τους είναι να αποσβένουν τους κραδασμούς και να βοηθούν να εφαρμόσουν οι σφαιρικοί μηριαίοι κόνδυλοι με την επίπεδη κνήμη, συμβάλλοντας έτσι και στη σταθερότητα της άρθρωσης.

Διάστρεμμα Ποδοκνημικής

Το διάστρεμμα ποδοκνημικής ή κοινώς «στραμπούληγμα» είναι η πιο συνηθισμένη κάκωση βάσει στατιστικών. Αποτελεί τραυματισμό των συνδέσμων που κρατούν την άρθρωση ανάμεσα στην κνήμη και περόνη με το οστό του αστραγάλου (η ορθή ονομασία της άρθρωσης είναι ποδοκνημική ενώ αστράγαλος είναι μόνο το οστό). Όταν το πόδι έρθει σε επαφή με το έδαφος με ανώμαλο τρόπο, οι σύνδεσμοι αυτοί διατείνονται (κοινώς ξεχειλώνουν) και σχίζονται. Ανάλογα με τη βαρύτητα της κάκωσης, διακρίνονται σε
Διάστρεμμα 1ου βαθμού: Διάταση των συνδέσμων με ελάχιστη ρήξη
Διάστρεμμα 2ου βαθμού: Μερική ρήξη των συνδέσμων
Διάστρεμμα 3ου βαθμού: Πλήρης ρήξη των συνδέσμων 
image-348375-diastrema_podoknimikis-9bf31.jpg
Οι πρώτες βοήθειες για οποιαδήποτε κάκωση της ποδοκνημικής μπορούν να συνοψιστούν σε τέσσερα βήματα:
1.    Διακοπή οποιασδήποτε δραστηριότητας και αποφυγή φόρτισης του κάτω άκρου. Δεν προσπαθούμε να πατήσουμε με το τραυματισμένο πόδι αν αυτό προκαλεί πόνο. Το να αδυνατεί κανείς να βάλει βάρος στο πόδι αποτελεί ένδειξη βαριάς κάκωσης, ακόμα και κατάγματος.
2.    Σηκώνουμε το πόδι όσο πιο ψηλά γίνεται, ώστε να αποφύγουμε το οίδημα.
3.    Εφαρμόζουμε πάγο άμεσα και συνεχώς, για 15 – 20 λεπτά ανά μια ώρα.
4.    Τοποθέτηση ελαστικού επιδέσμου ή νάρθηκα ποδοκνημικής (επιστραγαλίδα).
​​​​​​​
Η περαιτέρω εκτίμηση και αντιμετώπιση θα πρέπει να γίνεται από γιατρό, ο οποίος θα κρίνει αν χρειάζονται ακτινογραφίες ή όχι, αν χρειάζονται πατερίτσες και για πόσο καιρό καθώς και ποιος είναι ο καταλληλότερος νάρθηκας για κάθε περίπτωση. Γενικά τα τελευταία χρόνια η αντιμετώπιση έχει ως στόχο να επανέλθει κανείς στη φυσιολογική κατάσταση όσο πιο σύντομα γίνεται.
Πολύ σημαντικό ρόλο έχει η αποθεραπεία μετά από ένα διάστρεμμα. Τα περισσότερα διαστρέμματα 1ου βαθμού αποκαθίστανται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και χωρίς να προκαλούν συμπτώματα σε καθημερινές, μη αθλητικές δραστηριότητες. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα διαστρέμματα 2ου και 3ου βαθμού, τα οποία χρειάζονται εξειδικευμένη  αποκατάσταση, συνήθως με φυσιοθεραπεία. Αν δεν γίνει σωστή αποθεραπεία, η άρθρωση εμφανίζει μια χρόνια αστάθεια. Αυτό σημαίνει είτε χρόνια συμπτώματα όπως πόνος και οίδημα είτε υποτροπή του διαστρέμματος με ελάχιστη βία –το πόδι «γυρνάει» με το παραμικρό. Με βάση τη βαρύτητα της κάκωσης και το επίπεδο δραστηριότητας (αθλητής ή μη), ο γιατρός θα σας καθοδηγήσει όσον αφορά στο πλάνο αποκατάστασης και αποθεραπείας.

Εκτινασσόμενος δάκτυλος

Γενικά: Ο εκτινασσόμενος δάκτυλος (“trigger finger”) ή στενωτική τενοντοελυτρίτιδα του δακτύλου συμβαίνει όταν ένα δάκτυλο κάμπτεται («λυγίζει») και δεν επανέρχεται με ευκολία («μαγκώνει»). Το δάκτυλο μοιάζει σαν να πιέζουμε τη σκανδάλη όπλου και κολλάει σε αυτή τη θέση. Σε προχωρημένες καταστάσεις, το δάκτυλο τινάζεται όταν ισιώνει, σαν να έχει σφηνώσει ή μπορεί και να χρειαστεί να το ισιώσει κανείς με το άλλο του χέρι. 

Αίτια: Ο καμπτήρας τένοντας του δακτύλου περνάει από μια «σήραγγα» -το τενόντιο έλυτρο- που βρίσκεται κάτω από την κεφαλή του μετακαρπίου. Αν αυτή η σήραγγα υποστεί στένωση, ο τένοντας ολισθαίνει με δυσκολία, τρίβεται και ερεθίζεται. Στη συνέχεια ο τένοντας φλεγμαίνει και δημιουργείται ένα οζίδιο («γρομπαλάκι») στην πορεία του, το οποίο επιδεινώνει τη στένωση. Η στένωση προκαλείται λόγω υπέρχρησης σε χειρωνακτικές εργασίες ή ασχολίες. Είναι πιο συχνό σε άτομα άνω των 45, καθώς και σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, ρευματοειδή αρθρίτιδα ή θυρεοειδοπάθεια. 

Συμπτώματα: Αρχικά ο ασθενής βιώνει μια απλή ενόχληση κάτω από την κεφαλή του μετακαρπίου και ίσως και να ψηλαφεί κάτι σκληρό στο χέρι του. Αργότερα, το δάκτυλο γίνεται δύσκαμπτο και προοδευτικά η έκταση γίνεται όλο και πιο δύσκολα. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, το δάκτυλο τινάζεται όταν ισιώνει ή δεν ισιώνει από μόνο του.

Διάγνωση: Για τη διάγνωση απαιτείται το ιστορικό και η κλινική εξέταση. Ο μυοσκελετικός υπέρηχος καταδεικνύει τη στένωση και επιβεβαιώνει την κλινική υποψία.

Θεραπεία: Η βαρύτητα των συμπτωμάτων καθορίζει και το πόσο δραστική θα είναι η θεραπεία. Τα αντιφλεγμονώδη χάπια και οι αλοιφές χορηγούνται σε ήπιες καταστάσεις. Οι ενέσεις κορτιζόνης προτείνονται καθώς είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Τέλος, σε βαριές στενώσεις ή σε αποτυχία της συντηρητικής αντιμετώπισης, προτείνεται η διάνοιξη του τενόντιου ελύτρου.

Διάνοιξη: Η διάνοιξη είναι μια μικρή επέμβαση που γίνεται με τοπική αναισθησία. Στην περιοχή της παλάμης γίνεται αρχικά ενδελεχής αντισηψία και ένεση τοπικού αναισθητικού. Στη συνέχεια εκτελείται μια μικρή τομή (1 εκατοστό) μέσω της οποίας ο τένοντας απελευθερώνεται από τη στένωση. Η επέμβαση γίνεται με τη χρήση διοφθάλμιου μικροσκοπίου, ώστε η όλη διαδικασία να γίνεται με τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια. 
​​​​​​​
Αποκατάσταση: Μετά την επέμβαση, γίνεται σύγκλειση της τομής με ράμματα και περίδεση του καρπού. Τα ράμματα αφαιρούνται μετά από 10 – 15 ημέρες, οπότε και ο ασθενής επιστρέφει πλήρως στις δραστηριότητές του.

Σύνδρομο Καρπιαίου σωλήνα

image-348376-sindromo_karpiaou_solina-c9f0f.jpg
Γενικά: Ο καρπιαίος σωλήνας είναι μια περιοχή του καρπού δια μέσου του οποίου περνούν οι τένοντες και ένα από τα νεύρα (το μέσο νεύρο) της παλάμης και των δακτύλων. Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα προκαλείται όταν δημιουργείται στένωση στην περιοχή αυτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επηρεάζεται η λειτουργία του μέσου νεύρου.

Αίτια: Το πιο συχνό αίτιο είναι δραστηριότητες που προκαλούν επαναλαμβανόμενες καταπονήσεις του καρπού, όπως η πληκτρογράφηση και κάποιες μορφές χειροτεχνίας. Το σύνδρομο είναι επίσης συχνό σε εγκύους και έπειτα από τραυματισμό στην περιοχή του καρπού. Τέλος, κάποιες παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, θυρεοειδοπάθεια, ρευματοειδής αρθρίτιδα και άλλες είναι πιθανά αίτια. 

Συμπτώματα: Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα προκαλεί υπαισθησία (μούδιασμα) και αιμωδίες (μυρμήγκιασμα) στην παλάμη και τα δάκτυλα, κατά κύριο λόγο στον αντίχειρα, δείκτη και μέσο. Σε προχωρημένες περιπτώσεις, μπορεί να προκληθεί ατροφία των μυών της παλάμης και μείωση της δύναμης στο χέρι.

Διάγνωση: Για την επιβεβαίωση της διάγνωσης μπορεί να χρειαστεί η διενέργεια μιας ειδικής εξέτασης που λέγεται ηλεκτρομυογράφημα. Η εξέταση αυτή δείχνει το βαθμό προσβολής του νεύρου και καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, την κατάλληλη μέθοδο αντιμετώπισης.

Αντιμετώπιση:  Η αντιμετώπιση του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα διαφέρει ανάλογα και το βαθμό προσβολής του νεύρου. Σε βραχυχρόνιες, ήπιες περιπτώσεις χρειάζεται ανάπαυση και η χρήση κάποιου νάρθηκα. Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις, η διάνοιξη του καρπιαίου σωλήνα αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη λύση.
​​​​​​​
Διάνοιξη: Η διάνοιξη είναι μια μικρή επέμβαση που γίνεται με τοπική αναισθησία. Στην περιοχή του καρπού γίνεται αρχικά ενδελεχής αντισηψία και ένεση τοπικού αναισθητικού. Στη συνέχεια εκτελείται μια μικρή τομή (2 εκατοστά) μέσω της οποίας το νεύρο απελευθερώνεται από τη στένωση. Η επέμβαση γίνεται με τη χρήση διοφθάλμιου μικροσκοπίου, ώστε η όλη διαδικασία να γίνεται με τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια. 
Αποκατάσταση: Μετά την επέμβαση, γίνεται σύγκλειση της τομής με ράμματα και περίδεση του καρπού. Τα ράμματα αφαιρούνται μετά από 10 – 15 ημέρες, οπότε και ο ασθενής επιστρέφει πλήρως στις δραστηριότητές του. Η πλήρης αποκατάσταση της νευρικής λειτουργίας εξαρτάται από το πόσο προσβεβλημένο ήταν το νεύρο και μπορεί να διαρκέσει από μερικά εικοσιτετράωρα ως και μήνες μετά την επέμβαση.

Ανατομία του ισχίου

Το ισχίο είναι η άρθρωση μεταξύ της λεκάνης και του μηριαίου οστού. Η κεφαλή του μηριαίου είναι ημισφαιρική ενώ η αρθρική επιφάνεια της λεκάνης –η κοτύλη- είναι κοίλη σαν κούπα. Η διάταξη αυτή επιφέρει μεγάλη εξαιρετική σταθερότητα, ενώ επιτρέπει ένα μεγάλο εύρος κίνησης. Οι αρθρικές επιφάνειες επικαλύπτονται από ένα παχύ στρώμα χόνδρου. Γύρω από τα χείλη της κοτύλης υπάρχει ένας χόνδρινος δακτύλιος –ο επιχείλιος χόνδρος– που βαθαίνει περισσότερο την άρθρωση και προσδίδει ακόμα περισσότερη σταθερότητα. 
​​​​​​​
Ο πόνος στην περιοχή του ισχίου μπορεί να έχει πολλά αίτια. Εκτός από παθήσεις του ισχίου, ο πόνος μπορεί να προέρχεται και να αντανακλάται από τα όργανα της λεκάνης, το κοιλιακό τοίχωμα ή από τη μέση. Η ακριβής εντόπιση του αιτίου αποτελεί συχνά πρόκληση, ενώ μερικές φορές μπορεί να υπάρχουν περισσότερα του ενός αιτίου.

Κυφοπλαστική

image-348377-kyfoplastiki1-e4da3.jpg
image-348306-3-pic1-6512b.jpg
image-348379-kyfoplastiki3-e4da3.jpg
Γενικά: Τα συμπιεστικά σπονδυλικά κατάγματα προκαλούνται όταν στην σπονδυλική στήλη ασκηθεί δύναμη παραπάνω από το όριο αντοχής της. Αν και παρατηρούνται και σε νέους ανθρώπους μετά από κάποια κάκωση, στη συντριπτική πλειοψηφία αφορούν οστεοπορωτικούς ασθενείς.

Αίτια: Το κύριο αίτιο των καταγμάτων αυτών είναι η οστεοπόρωση. Τα οστά γίνονται αδύναμα και παθαίνουν καθίζηση και συμπίεση. Ακόμα και απλές καθημερινές δραστηριότητες όπως η άρση ενός βάρους λίγων κιλών ή και ένα δυνατό φτέρνισμα μπορεί να προκαλέσουν τέτοιο κάταγμα σε ασθενείς με οστεοπόρωση. Σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να συμβούν σε άτομα με άλλες παθήσεις ή έπειτα από τραυματισμό.

Συμπτώματα:  Ένα αιφνίδιο άλγος στη σπονδυλική στήλη σε άτομα άνω των 50 ετών θα πρέπει πάντα να διερευνάται για την πιθανότητα συμπιεστικού κατάγματος. Ο πόνος ωστόσο δεν είναι πάντα το κύριο σύμπτωμα των καταγμάτων αυτών. Αυτό συμβαίνει διότι η συμπίεση μπορεί να είναι σταδιακή, οπότε και ο πόνος είναι λιγότερος σε ένταση. Η προοδευτική παραμόρφωση και κύφωση της σπονδυλικής στήλης είναι το αποτέλεσμα τέτοιου είδους καταγμάτων.

Αντιμετώπιση: Τα συμπιεστικά σπονδυλικά κατάγματα αντιμετωπίζονται πολύ αποτελεσματικά με τη μέθοδο της κυφοπλαστικής. Αυτή η ελάχιστα επεμβατική μέθοδος ενισχύει το σπονδυλικό σώμα, αποκαθιστά την ισορροπία της σπονδυλικής στήλης και ανακουφίζει από τον πόνο.

Διαδικασία: Ο ασθενής λαμβάνει πρηνή θέση (μπρούμυτα) με μαξιλάρια στον κορμό και τη λεκάνη. Στην περιοχή μόλις πάνω από το κάταγμα γίνεται αρχικά ενδελεχής αντισηψία και ένεση τοπικού αναισθητικού. Αφ’ ότου αναισθητοποιηθεί η περιοχή γίνεται εισαγωγή μιας μεγάλου διαμέτρου βελόνης υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο –χρησιμοποιείται ειδικό μηχάνημα ακτίνων Χ. Δια μέσου της βελόνης εισέρχεται στο σώμα του σπονδύλου ένα μπαλόνι, το οποίο φουσκώνοντας ανατάσσει το συμπιεστικό κάταγμα. Το μπαλόνι αφαιρείται και στο κενό που έχει δημιουργηθεί εγχέεται οστικό τσιμέντο. Η βελόνη αφαιρείται και εφαρμόζεται αυτοκόλλητο επίθεμα στην περιοχή. Η επέμβαση γίνεται χωρίς τη χορήγηση αναισθησίας –μπορεί να χορηγηθεί απλή μέθη αν το επιθυμεί ο ασθενής.

Αποκατάσταση: Ο ασθενής παραμένει κλινήρης για λίγες ώρες, ώσπου να στερεοποιηθεί το οστικό τσιμέντο. Αναλόγως της κατάστασης της υγείας του, εξέρχεται από το νοσοκομείο την ίδια μέρα ή την αμέσως επόμενη. Η ανακούφιση από τον πόνο είναι άμεση και αμέσως μετά το εξιτήριο, επιστρέφει στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Μικροδισκεκτομή

Η μικροδισκεκτομή είναι ένα ελάχιστα επεμβατικό χειρουργείο (minimal invasive surgery), κατά το οποίο αφαιρείται μια κήλη δίσκου από τον ασθενή. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή τεχνική, στη μικροδισκεκτομή χρησιμοποιείται μικροσκόπιο, που σημαίνει μικρότερη τομή, λιγότερη νοσηλεία (ο ασθενής εξέρχεται την ίδια μέρα από το νοσοκομείο) και ταχύτερη αποκατάσταση. Η χρήση του μικροσκοπίου επίσης προσδίδει μεγαλύτερη ασφάλεια κατά την επέμβαση και περιορίζει σημαντικά την πιθανότητα επιπλοκών.

Πριν την επέμβαση, ο ασθενής υποβάλλεται σε αναισθησία. Γίνεται μια μικρή τομή στο δέρμα (2 εκατοστά) μέσω της οποίας διέρχεται ένας σωληνοειδής διαστολέας. Η όλη επέμβαση εκτελείται μέσω του διαστολέα αυτού, με ειδικά διαμορφωμένα εργαλεία. Αφού εντοπιστεί η κήλη, δημιουργείται ένα μικρό παράθυρο στο σπόνδυλο. Η κήλη αφαιρείται ενώ ο υπόλοιπός δίσκος παραμένει στη θέση του, προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί. Αφού ελεγχθούν τα νεύρα και επιβεβαιωθεί πως δεν πιέζονται πλέον, ο διαστολέας απομακρύνεται και γίνεται σύγκλειση της τομής. Στην περιοχή εφαρμόζεται μια μικρή αυτοκόλλητη γάζα.
​​​​​​​
Μετά την επέμβαση, ο ασθενής κινητοποιείται άμεσα μόλις αναρρώσει από την αναισθησία και εξέρχεται από το νοσοκομείο. Ο χρόνος μετεγχειρητικής αποκατάστασης και επιστροφής στην εργασία ή τις αθλητικές δραστηριότητες ποικίλλει. Εξαρτάται από παράγοντες, όπως η γενική κατάσταση του ασθενούς πριν την επέμβαση, το είδος και η βαρύτητα της πάθησης, ο χρονισμός της επέμβασης και πολλούς άλλους. Ο χειρουργός σας θα καθορίσει τη μετεγχειρητική παρακολούθηση και θα σας καθοδηγήσει όσον αφορά στο πλάνο της αποκατάστασης και αποθεραπείας.


Οστεοαρθρίτιδα ή Εκφυλιστική νόσος των αρθρώσεων

image-348380-osteoarthritida-c9f0f.jpg
Εικόνα 1: φυσιολογικό γόνατο / Εικόνα 2: Οστεοαρθριτικό γόνατο (η επιγονατίδα απομακρύνθηκε για λόγους ευκρίνειας). Παρατηρείται φθορά και φλεγμονή του χόνδρου. Η πάθηση είναι μετρίου βαρύτητας, καθώς δεν έχουν εμφανιστεί οστεόφυτα (άλατα).
Οστεοαρθρίτιδα ονομάζεται η σταδιακή φθορά και φλεγμονή μιας άρθρωσης. Μια υγιής άρθρωση σε ένα νεαρό ενήλικα επικαλύπτεται από τον αρθρικό χόνδρο. Ο χόνδρος φυσιολογικά είναι τόσο λείος και ολισθηρός που η τριβή σε μια άρθρωση είναι παρόμοια με το να τρίβεις ένα κομμάτι πάγο με ένα άλλο. Σε αυτό βοηθάει και το αρθρικό υγρό, το φυσικό λιπαντικό που παράγουν οι αρθρώσεις. Η συνεχής χρήση –και υπέρχρηση- μιας άρθρωσης και η φόρτισή της με βάρη προκαλεί φθορές, με το χόνδρο να «γδέρνεται» και να αλλοιώνεται. Υπό φυσιολογικές συνθήκες ο χόνδρος αναγεννιέται και οι φθορές αυτές επιδιορθώνονται. Ωστόσο, με την πάροδο των ετών ή μετά από ένα σοβαρό τραυματισμό, ο ρυθμός που αναγεννιέται ο χόνδρος μειώνεται και σιγά – σιγά συσσωρεύονται οι φθορές. Όταν η φθορά της άρθρωσης είναι τόση ώστε να προκαλούνται συμπτώματα όπως πόνος, οίδημα ή δυσκαμψία, αυτό αποτελεί πλέον την οστεοαρθρίτιδα. Σε προχωρημένα στάδια η φθορά είναι τόση, ώστε η άρθρωση παραμορφώνεται και αχρηστεύεται.

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου είναι πως τα συμπτώματά της δεν είναι συνεχή αλλά διαλείποντα, δηλαδή εμφανίζονται κατά περιόδους. Η χρήση και τριβή μιας πάσχουσας άρθρωσης προκαλεί μικρά κομμάτια χόνδρου να αποθρύπτονται –δηλαδή να ξεφτίζουν, να ξεφλουδίζουν και να μαδάνε. Τα κομμάτια αυτά αντιμετωπίζονται από τον οργανισμό ως ξένο σώμα, προκαλώντας φλεγμονή για να τα απομακρύνει. Η φλεγμονή είναι αυτή που προκαλεί τα συμπτώματα και επειδή ακριβώς εμφανίζεται κατά περιόδους και όχι συνεχόμενα, η νόσος εκδηλώνεται με εξάρσεις και υφέσεις. Στα τελικά στάδια, η άρθρωση αναπτύσσει οστεόφυτα –τα αποκαλούμενα «άλατα»- τα οποία και αυτά καθώς τρίβονται και φθείρονται προκαλούν φλεγμονή, με τις εξάρσεις πλέον να είναι πιο συχνές και πιο βασανιστικές.
Η οστεοαρθρίτιδα μπορεί θεωρητικά να προσβάλλει οποιαδήποτε άρθρωση. Ωστόσο είναι πιο συχνή στις αρθρώσεις που σηκώνουν το βάρος του σώματος, δηλαδή στη σπονδυλική στήλη, στα ισχία και στα γόνατα. Μολαταύτα, και οι άλλες αρθρώσεις που καταπονούνται λόγω εργασίας ή αθλητικής δραστηριότητας μπορούν επίσης να εμφανίσουν τη νόσο. Επομένως, οι αιτιολογικοί παράγοντες της οστεοαρθρίτιδας είναι:
•    Το υπερβολικό βάρος
•    Οι καταπονήσεις λόγω εργασίας ή αθλητικής δραστηριότητας
•    Οι τραυματισμοί
•    Η προχωρημένη ηλικία
•    Η κληρονομικότητα
•    Παρουσία άλλων νοσημάτων, μεταβολικής ή φλεγμονώδους αιτιολογίας
Η οστεοαρθρίτιδα αφ’ ότου εμφανιστεί δεν αναστρέφεται. Η αντιμετώπιση της νόσου έγκειται στο να περιοριστούν τα συμπτώματα στο ελάχιστο και να διατηρηθεί, όσο το δυνατόν, μια φυσιολογική λειτουργία της άρθρωσης. Έτσι, ο σκοπός της θεραπείας είναι ο ασθενής να μην νοιώθει πόνο και να ζει μια φυσιολογική ζωή, χωρίς περιορισμούς και εμπόδια. Είναι σημαντικό η εκτίμηση της κατάστασης να γίνει νωρίς, προκειμένου να αποφευχθεί η πλήρης καταστροφή της άρθρωσης. Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις είναι:

Μη φαρμακευτικές 
•    Μείωση βάρους –ίσως η πιο σημαντική παρέμβαση για να επιτευχθεί αποτελεσματική ανακούφιση των συμπτωμάτων.
•    Αποφυγή καταπονήσεων –όπως σκάλες, σκύψιμο, βαριές σωματικές εργασίες.
•    Ήπια άσκηση χαμηλής έντασης –ο γιατρός ή ο φυσιοθεραπευτής σας θα σας υποδείξει το κατάλληλο για εσάς πρόγραμμα.
•    Εφαρμογή πάγου ή θερμότητας –αυτό εξαρτάται από το σημείο του σώματος και το στάδιο της αρθρίτιδας.
•    Επάλειψη τοπικών φαρμάκων –σε κάποιες αρθρώσεις, μπορεί να προσφέρει ανακούφιση.
•    Τοποθέτηση νάρθηκα –ο νάρθηκας εφαρμόζεται για μικρό χρονικό διάστημα καθώς η ναρθηκοποίηση μπορεί να προκαλέσει ατροφία των μυών.

Φαρμακευτικές
•    Παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη –συνήθως αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας. Ακόμα και τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα έχουν σημαντικές παρενέργειες και αντενδείξεις και θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο μετά από ιατρική εκτίμηση.
•    Συμπληρώματα διατροφής –παρά τις υποσχέσεις των κατασκευαστών τους, ελάχιστες είναι οι ουσίες που έχουν επιδείξει πραγματικά κάποιο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, το προσδοκώμενο όφελος είναι πολύ μικρό και δεν συνιστώνται πλέον από καμία ιατρική ένωση ως αποτελεσματική θεραπεία. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι πάντοτε ασφαλή και μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες. Μην επιχειρήσετε να τα χρησιμοποιήσετε αν δεν έχετε συμβουλευτεί τον ιατρό σας.  
•    Ενδαρθρικές ενέσεις –χρησιμοποιούνται σε πιο προχωρημένα στάδια οστεοαρθρίτιδας ή όταν τα πιο συντηρητικά μέσα έχουν αποτύχει. 
    o    Ενέσεις υαλουρονικού. Το υαλουρονικό –σε ενέσιμη μορφή– λιπαίνει την άρθρωση μειώνοντας έτσι τις τριβές. Παράλληλα, αποτελεί συστατικό του χόνδρου. Δεν ανακουφίζει ωστόσο από τον οξύ πόνο και προτιμάται ως θεραπεία συντήρησης, με 3 ως 5 ενέσεις το έτος.
    o    Κορτιζόνη. Η κορτιζόνη χρησιμοποιείται σε οξεία, επώδυνη φλεγμονή προκειμένου να ανακουφίσει από τα συμπτώματα. Αν και πλέον έχουν ανακαλυφθεί συνθετικές κορτιζόνες νέας γενιάς με λιγότερες παρενέργειες, αποφεύγουμε να κάνουμε πάνω από 3 ενέσεις το έτος.
    o    PRP – platelet rich plasma. Υπάρχουν πολλές μελέτες που έχουν καταδείξει θετικά αποτελέσματα με τη χρήση PRP, ιδιαίτερα στην οστεοαρθρίτιδα γόνατος. 

Χειρουργική θεραπεία
Η χειρουργική επέμβαση αποτελεί την τελευταία γραμμή θεραπείας και αφού έχουν πλέον εξαντληθεί όλα τα συντηρητικά μέσα. Οι νεότερες χειρουργικές τεχνικές που μπορεί να προσφέρει ένας σύγχρονος ορθοπαιδικός προσφέρουν εξαιρετικά καλά αποτελέσματα με λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο, μικρότερη παραμονή στο νοσοκομείο και πιο γρήγορη αποκατάσταση. Η καταλληλότητα της κάθε χειρουργικής επέμβασης εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, όπως η εντόπιση της οστεοαρθρίτιδας, η βαρύτητα της πάθησης, η γενική κατάσταση του ασθενούς, το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και πολλά άλλα. Θα πρέπει πάντοτε να γίνεται μια διεξοδική συζήτηση με το θεράποντα ιατρό για το αν το χειρουργείο ενδείκνυται ως λύση και ποια είναι η καταλληλότερη επέμβαση για την κάθε περίπτωση.

​​​​​​​Ενδεικτικά αναφέρουμε: 

Αρθροσκόπηση: Κατά την αρθροσκόπηση, εισάγεται στην άρθρωση μια κάμερα οπτικών ινών μέσω μιας μικρής οπής. Έτσι ο γιατρός μπορεί υπό άμεση όραση να εκτιμήσει τις βλάβες και να παρέμβει όπου χρειάζεται. Μαζί με την αρθροσκόπηση, μπορεί να γίνει και χειρουργικός καθαρισμός, εκτομή φλεγμονώδους ιστού, μικροτρυπανισμοί, έγχυση βλαστοκυττάρων κ.ά.

Αρθροπλαστική: Στην αρθροπλαστική, ο παθολογικός ιστός αφαιρείται και στη θέση του τοποθετείται μια μεταλλική πρόθεση. Με αυτόν τον τρόπο, η πάσχουσα άρθρωση αντικαθίσταται από μια τεχνητή άρθρωση. Υπάρχουν πολλά είδη αρθροπλαστικής και πολλές τεχνικές, και συζητώντας με τον ιατρό σας θα αποφασιστεί ποια είναι η καταλληλότερη για την κάθε περίπτωση.

Παγωμένος ώμος

image-348381-pagomenos_omws-c51ce.jpg
Ο παγωμένος ώμος ή αλλιώς συμφυτική θυλακίτιδα του ώμου είναι μια πάθηση στην οποία ο ώμος προοδευτικά χάνει την κινητικότητά του και γίνεται όλο και περισσότερο επώδυνος λόγω φλεγμονής. Τα οστά που συναποτελούν τον ώμο συγκρατούνται μεταξύ τους με ισχυρούς συνδέσμους. Οι σύνδεσμοι μεταξύ του βραχίονα και της ωμογλήνης σχηματίζουν ένα περικάλυμμα που περιβάλλει την άρθρωση, τον αρθρικό θύλακο. Καθώς φλεγμαίνει, ο θύλακος γίνεται σκληρός και ανελαστικός. Η φλεγμονή του θυλάκου συνοδεύεται από τη δημιουργία συμφύσεων –σκληρές, κολλώδεις ταινίες ιστού– εντός της άρθρωσης. Το αποτέλεσμα είναι πόνος και περιορισμός της κινητικότητας του ώμου.
Εικόνα 1: Φυσιολογικός αρθρικός θύλακος / Εικόνα 2: Φλεγμαίνων αρθρικός θύλακος

Ο παγωμένος ώμος συμβαίνει σε ορισμένους ασθενείς μετά από τραυματισμό και παρατεταμένη ακινητοποίηση του ώμου. Τα άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, θυροειδοπάθεια ή άλλες ενδοκρινολογικές διαταραχές είναι πιο επιρρεπή στη νόσο. Παρατηρείται, επίσης, πιο συχνά σε καρδιοπαθείς και ασθενείς με Πάρκινσον.
​​​​​​​
Η θεραπεία της νόσου περιλαμβάνει πάντοτε εντατική φυσιοθεραπεία, ώστε να διατηρηθεί η κινητικότητα της άρθρωσης και να αποτραπεί η δημιουργία περαιτέρω συμφύσεων. Ωστόσο, η συντηρητική αντιμετώπιση από μόνη της αργεί να επιφέρει αποτελέσματα, τα οποία μπορεί να ταλαιπωρούν τον ασθενή για 1-2 χρόνια. Για την ανακούφιση του πόνου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντιφλεγμονώδη από το στόμα ή ενέσεις κορτιζόνης. Σε πιο προχωρημένες καταστάσεις, η υπερηχογραφικά κατευθυνόμενη παρακέντηση και έγχυση 10 – 20 ml φυσιολογικού ορού εντός της άρθρωσης μπορεί να διαστείλει το θύλακο και να απελευθερώσει την άρθρωση. Όταν αποτύχουν τα συντηρητικά μέσα, η αντιμετώπιση είναι χειρουργική. Η αρθροσκόπηση του ώμου έχει σκοπό να καθαρίσει την άρθρωση από το φλεγμαίνοντα ιστό και τις συμφύσεις, ενώ παράλληλα με τους χειρισμούς που γίνονται υπό αναισθησία αποκαθίσταται η κινητικότητα. Μετά την επέμβαση, ξεκινάει άμεσα η κινητοποίηση του ώμου, προκειμένου να μην υποτροπιάσει.

Πελματιαία απονευρωσίτιδα

Γενικά: η πελματιαία απονεύρωση είναι μια ταινία συνδετικού ιστού που διατρέχει το πέλμα από τα δάκτυλα μέχρι την πτέρνα. Ο ρόλος της είναι να υποστηρίζει και να διατηρεί το σχήμα της ποδικής καμάρας. Όταν η απονεύρωση υποβληθεί σε υπερβολικές καταπονήσεις, μπορεί να ερεθιστεί και να προκληθεί φλεγμονή. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται πελματιαία απονευρωσίτιδα. 

Αίτια: Οτιδήποτε αυξάνει τις φορτίσεις στο πόδι μπορεί να καταπονήσει την πελματιαία απονεύρωση. Συνεπώς, η αύξηση του σωματικού βάρους ή η συνεχής άρση βαρέων αντικειμένων, η αύξηση της απόστασης που βαδίζει ή τρέχει κανείς καθημερινά, τα ακατάλληλα υποδήματα και η παρουσία διαταραχών της ποδικής καμάρας (κοιλοποδία ή πλατυποδία) μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή. 

Συμπτώματα: Τυπικά η πάθηση εκδηλώνεται με πόνο στο πέλμα οπουδήποτε από τη βάση της φτέρνας μέχρι την ποδική καμάρα. Ο πόνος επιδεινώνεται με τη βάδιση ή μετά από ορισμένες δραστηριότητες όπως την άθληση. Σε προχωρημένες ή χρόνιες καταστάσεις, μπορεί να προκληθεί μερική ρήξη σε κάποιες από τις ίνες της απονεύρωσης. Η ολική ρήξη συμβαίνει συνήθως μετά από τραυματισμό και συνοδεύεται από οξύ πόνο και ξαφνική εμφάνιση πλατυποδίας. Τέλος σε χρόνιες καταστάσεις μπορεί να εμφανιστεί μια οστική προεξοχή στη βάση της πτέρνας, η επονομαζόμενη άκανθα πτέρνης. Η εμφάνισή της συνοδεύεται συχνά από επιδείνωση των συμπτωμάτων.

Διάγνωση: Η διάγνωση τίθεται από την κλινική εξέταση και τη διενέργεια μυοσκελετικού υπερηχογραφήματος. Η ακτινογραφία χρειάζεται όπου υπάρχει άκανθα πτέρνης. Επί υποψίας ρήξης της πελματιαίας απονεύρωσης, μπορεί να χρειαστεί μαγνητική τομογραφία στην περιοχή.

Θεραπεία: Η θεραπεία της πελματιαίας απονευρωσίτιδας περιλαμβάνει πάντοτε μέτρα όπως ανάπαυση, μείωση του σωματικού βάρους, τροποποίηση του προπονητικού προγράμματος σε αθλητές και τη χρήση ειδικών πελμάτων ή άλλων ορθωτικών μέσων, όπως νάρθηκες. Η εφαρμογή πάγου και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας. Η φυσιοθεραπεία συνήθως ακολουθεί τη φαρμακευτική αγωγή. Η χρήση κρουστικού υπερήχου κατά τη φυσιοθεραπεία είναι αρκετά αποτελεσματική. Η ενέσιμη θεραπεία γενικά εφαρμόζεται όταν αποτύχει η συντηρητική αντιμετώπιση ή όταν συνυπάρχει κάποια μικρή ρήξη του τένοντα. Η κορτιζόνη αποφεύγεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει ολική ρήξη της απονεύρωσης. Η χρήση αυτόλογων αιμοπετάλιων (PRP) δεν έχει επιπλοκές και επισπεύδει την επούλωση και αποκατάσταση της απονεύρωσης. Η έγχυση εκτελείται με τον πιο σύγχρονο τρόπο, δηλαδή με υπερηχογραφική καθοδήγηση. Έτσι, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια.

Σπονδυλική στήλη - Αιτίες πόνου

Η σπονδυλική στήλη είναι μια σύνθετη κατασκευή που πρέπει να επιτελέσει τρεις διαφορετικές και εν μέρει αντιφατικές μεταξύ τους λειτουργίες: 
    να στηρίζει το βάρος της κεφαλής και του κορμού 
    να προστατεύει τα νευρικά στοιχεία που περικλείει 
    να διαθέτει αρκετή ευλυγισία ώστε να επιτρέπει την κίνηση 

Τα μέρη της σπονδυλικής στήλης είναι:

Σπόνδυλοι: οι σπόνδυλοι είναι οστά που στοιχίζονται το ένα πάνω στο άλλο. Με αυτόν τον τρόπο, σχηματίζουν μια στήλη που στηρίζει τον κορμό καθώς και ένα κανάλι που περιέχει τα νεύρα.
Νωτιαίος μυελός και νεύρα: Ο νωτιαίος μυελός είναι μια συστάδα νεύρων που συνδέει τον εγκέφαλο με το υπόλοιπο σώμα. Τα περιφερικά νεύρα διακλαδίζονται από το σπονδυλικό κανάλι και εξέρχονται από μικρά ανοίγματα των σπονδύλων.
Μυς και σύνδεσμοι: Οι σπόνδυλοι συνδέονται μεταξύ τους με ισχυρούς συνδέσμους που κρατούν τη σπονδυλική στήλη σταθερή. Οι μυς γύρω από τη σπονδυλική στήλη παρέχουν στήριξη και κίνηση.
Αποφυσιακές αρθρώσεις: Ανάμεσα στους σπονδύλους υπάρχουν οι μικρές αποφυσιακές αρθρώσεις που βοηθούν στις κινήσεις της σπονδυλικής στήλης.

Μεσοσπονδύλιοι δίσκοι: οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι βρίσκονται ανάμεσα στους σπονδύλους. Οι λειτουργίες τους είναι να αποσβένουν τους κραδασμούς και, σε συνεργασία με τις αποφυσιακές αρθρώσεις, να βοηθούν την κίνηση μεταξύ των σπονδύλων. Αποτελούνται από τον ινώδη δακτύλιο περιφερικά, ένα ανθεκτικό και ελαστικό δακτύλιο και τον πηκτοειδή πυρήνα εσωτερικά, μια ζελατινώδη μάζα που δρα ως «μαξιλαράκι».

Οι πιο συνηθισμένες αιτίες πόνου στην σπονδυλική στήλη
Μυϊκές ή συνδεσμικές κακώσεις: Η πιο συχνή αιτία πόνου στον αυχένα ή τη μέση είναι η καταπόνηση στους μυς και στους συνδέσμους που στηρίζουν τη σπονδυλική στήλη. Οι μυς και οι σύνδεσμοι μπορούν να τραβηχτούν και να σχιστούν –ιατρικά αποκαλείται θλάση και ρήξη αντίστοιχα. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε ξαφνικά από μια απότομη κίνηση ή από άρση κάποιου βάρους είτε χρονίως από κακή στάση σώματος ή λόγω αύξησης του σωματικού βάρους. Οι στατιστικές δείχνουν πως το 50% των περιστατικών αυχεναλγίας και το 70% των περιστατικών οσφυαλγίας οφείλονται σε τέτοιου είδους αίτια.

Σπονδυλολίσθηση: η σπονδυλολίσθηση προκαλείται όταν ένας σπόνδυλος μετατοπίζεται προς τα εμπρός σε σχέση με τους υπόλοιπους. Οι αρθρώσεις και οι σύνδεσμοι της σπονδυλικής στήλης φυσιολογικά διατηρούν τη σωστή διάταξη των σπονδύλων. Η μετατόπιση συμβαίνει όταν οι δομές αυτές υποστούν φθορές και βλάβες. Αν η ολίσθηση είναι μεγάλη, ο σπόνδυλος μπορεί να πιέζει τα σπονδυλικά νεύρα.
Εκφύλιση μεσοσπονδυλίου δίσκου: Η πάροδος της ηλικίας, η καταπόνηση από βάρη και κραδασμούς και η κακή φυσική κατάσταση προκαλούν φθορά στους μεσοσπονδύλιους δίσκους. Καθώς φθείρονται, οι δίσκοι αφυδατώνονται, χάνουν την ελαστικότητά τους και συρρικνώνονται. Έτσι, χάνουν την αποτελεσματικότητά τους στο να αποσβένουν κραδασμούς ενώ και το εύρος κίνησης της σπονδυλικής στήλης μειώνεται. Έτσι, προκύπτει πόνος και δυσκαμψία της σπονδυλικής στήλης. Η εκφύλιση των δίσκων αποτελεί πρακτικά το αρχικό στάδιο της αρθρίτιδας της σπονδυλικής στήλης. Σε πιο προχωρημένα στάδια μπορεί να προκληθούν άλλες βλάβες, όπως η σπονδυλική στένωση.
Σπονδυλική στένωση: Σε μια αρθριτική σπονδυλική στήλη, το σπονδυλικό κανάλι μπορεί να υποστεί στένωση καθώς δημιουργούνται οστεόφυτα («άλατα») στο εσωτερικό του. Το αποτέλεσμα είναι να πιέζονται ο νωτιαίος μυελός και τα σπονδυλικά νεύρα. Η πάθηση αποτελεί πρακτικά το πιο προχωρημένο στάδιο της αρθρίτιδας της σπονδυλικής στήλης.
Κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου: η κήλη δίσκου προκύπτει όταν ο πηκτοειδής πυρήνας ασκεί πίεση και τελικά προβάλλει δια μέσου του ινώδους δακτυλίου. Το κομμάτι του πυρήνα που προβάλλει συχνά έχει  σχήμα θηλής και πιέζει τα σπονδυλικά νεύρα, προκαλώντας πόνο και μούδιασμα είτε στην σπονδυλική στήλη είτε στα άνω ή κάτω άκρα. 

Πρόληψη και Αντιμετώπιση
Τα περισσότερα προβλήματα της σπονδυλικής στήλης προλαμβάνονται εύκολα, αν ακολουθήσουμε κάποιες απλές οδηγίες.
•    Προσέχουμε τη στάση της κεφαλής και του σώματός μας, ειδικά όταν καθόμαστε, όταν εργαζόμαστε στον υπολογιστή ή όταν σηκώνουμε κάποιο βαρύ αντικείμενο.
•    Διατηρούμε καλή φυσική κατάσταση, συνδυάζοντας την αερόβια άσκηση (περπάτημα, κολύμβηση κτλ) με ασκήσεις ενδυνάμωσης και ελαστικότητας του κορμού.
•    Προσέχουμε το βάρος μας. Τα παραπανίσια κιλά σημαίνουν επιπλέον βάρος που καλείται να αντέξει η σπονδυλική στήλη.
•    Το κάπνισμα βλάπτει τη σπονδυλική στήλη, προκαλώντας πρώιμη εκφύλιση των μεσοσπονδυλίων δίσκων.
Η αντιμετώπιση της αυχεναλγίας ή της οσφυαλγίας εξαρτάται από την πάθηση που την προκάλεσε. Σε γενικές γραμμές, η ανάπαυση και η εφαρμογή κάποιου θερμού επιθέματος (κομπρέσα ή θερμοφόρα) βοηθούν στις περισσότερες περιπτώσεις. Απλά παυσίπονα ή και αντιφλεγμονώδη φάρμακα επίσης ανακουφίζουν και σε κάποιες περιπτώσεις ίσως και να αποτελούν θεραπεία. Η φυσιοθεραπεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική, θέλει ωστόσο προσοχή ως προς το πρόγραμμα των θεραπευτικών ασκήσεων και τις μεθόδους που θα εφαρμοστούν (υπέρηχα, διαθερμίες, ρεύματα κ.τ.λ.). Θα πρέπει συνεπώς να προηγείται ιατρική εκτίμηση προτού καταφύγουμε στη φυσιοθεραπεία. Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί το τελευταίο μέσο θεραπείας και μόνο αφού έχουμε εξαντλήσει τη συντηρητική αντιμετώπιση. Η εξέλιξη της επιστήμης έχει προσθέσει νέες, ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές στο οπλοστάσιο του χειρουργού. Έτσι, παθήσεις που παλαιότερα θα απαιτούσαν μεγάλες επεμβάσεις μπορούν πλέον να γίνουν αναίμακτα ή με ελάχιστη επεμβατικότητα (minimal invasive surgery). Η καταλληλότητα της κάθε χειρουργικής επέμβασης εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, όπως η εντόπιση και η βαρύτητα της πάθησης, η γενική κατάσταση του ασθενούς, το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και πολλά άλλα. Θα πρέπει πάντοτε να γίνεται μια διεξοδική συζήτηση με το θεράποντα ιατρό για το αν το χειρουργείο ενδείκνυται ως λύση και ποια είναι η καταλληλότερη επέμβαση για την κάθε περίπτωση.

Παθήσεις στροφικού πετάλου – Τενοντίτιδα και ρήξη

Το στροφικό πέταλο αποτελεί μια περιοχή του ώμου στην οποία προσφύονται οι τένοντες πολλών μυών. Οι μυς αυτοί όχι μόνο συνεργάζονται για τις διάφορες κινήσεις του ώμου αλλά συνεισφέρουν και στη σταθερότητα της άρθρωσης. Ωστόσο, οι τένοντες των μυών αυτών είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε φλεγμονές και ρήξεις τόσο λόγω υπέρχρησης όσο και λόγω κακώσεων. Οι πιο συχνά πάσχοντες τένοντες είναι αυτοί του στροφικού πετάλου, με τους υπόλοιπους να ακολουθούν σε συχνότητα. 

Οι τενοντίτιδες και οι ρήξεις στην περιοχή του ώμου εκδηλώνονται κυρίως με πόνο που επιδεινώνεται με τις κινήσεις και αδυναμία της περιοχής. Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, και μπορεί να επιβεβαιωθεί με τη βοήθεια του μυοσκελετικού υπερήχου. Με τον υπέρηχο μπορεί να διαπιστωθεί αν πρόκειται για φλεγμονή ή για ρήξη και να εντοπιστεί επακριβώς η εστία του προβλήματος.

Οι παθήσεις των τενόντων του ώμου αντιμετωπίζονται αρχικά με ανάπαυση και εφαρμογή πάγου στην περιοχή. Τα αντιφλεγμονώδη από του στόματος αποτελούν συνήθως την πρώτη γραμμή θεραπείας, όπου δεν υπάρχει αντένδειξη για τη χρήση τους. Η φυσιοθεραπεία μπορεί επίσης να βοηθήσει σημαντικά, είτε ως μονοθεραπεία είτε συμπληρωματικά με τη φαρμακευτική αγωγή. Σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται ενέσιμη θεραπεία. Οι ενέσεις αυτές παραδοσιακά γίνονταν με κορτιζόνη, ενώ πλέον μπορούν να χρησιμοποιηθούν βιολογικές θεραπείες όπως αυτόλογα αιμοπετάλια (μέθοδος PRP). Οι ενέσεις αυτές εκτελούνται με τον πιο σύγχρονο τρόπο, δηλαδή με υπερηχογραφική καθοδήγηση. Έτσι, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια. Σε εξαιρετικά βαριές περιπτώσεις όπου υπάρχει μαζική ρήξη των τενόντων, είναι απαραίτητη η χειρουργική επέμβαση -αρθροσκόπηση του ώμου. 
​​​​​​​
Η αποκατάσταση διαφέρει ανάλογα με το αν πρόκειται για τενοντίτιδα, ρήξη ή συνδυασμό και των δύο. Γενικά οι ρήξεις απαιτούν ακινητοποίηση για μακρύτερο χρονικό διάστημα καθώς και περισσότερο χρόνο αποθεραπείας με ασκήσεις ή φυσιοθεραπείες. Η επιλογή του καταλληλότερου προγράμματος αποθεραπείας καθώς και η παρακολούθηση του ασθενούς θα πρέπει να γίνεται μετά από λεπτομερή εκτίμηση από το θεράποντα ιατρό.

Υπακρωμιακή προστριβή

Το ακρώμιο είναι μια απόφυση της ωμοπλάτης που υπερκρεμάται πάνω από το βραχίονα. Ο χώρος ανάμεσα σε αυτά τα δύο οστά (ακρώμιο και βραχίονα) αποκαλείται υπακρωμιακό διάστημα και εκεί βρίσκονται οι τένοντες τεσσάρων διαφορετικών μυών, που ενώνονται και σχηματίζουν το αποκαλούμενο στροφικό πέταλο του ώμου. Οι τένοντες αυτοί υπό φυσιολογικές συνθήκες κινούνται στο υπακρωμιακό διάστημα ομαλά και χωρίς δυσχέρεια. Αν το στροφικό πέταλο προσκρούει στο ακρώμιο καθώς κινείται ο βραχίονας, τότε προκαλείται επαναλαμβανόμενος τραυματισμός. Αυτό έχει ως συνέπεια τον ερεθισμό και την εμφάνιση τραυματικών αλλοιώσεων του στροφικού πετάλου. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής ή πρόσκρουσης.

Η υπακρωμιακή προστριβή προκαλείται συχνά –αλλά όχι αποκλειστικά- σε άτομα που οι ασχολίες τους υποχρεώνουν να χρησιμοποιούν τα χέρια τους πάνω από το κεφάλι τους, όπως οικοδόμοι και ελαιοχρωματιστές. Είναι συχνή επίσης σε αθλητές ρίψεων, κολυμβητές και τενίστες. Επίσης, έχει διαπιστωθεί πως το σχήμα του ακρωμίου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, με κάποιους τύπους να προδιαθέτουν στην εμφάνιση του συνδρόμου. Τέλος, το υπακρωμιακό διάστημα γίνεται πιο στενό όταν αναπτύσσονται οστεόφυτα («άλατα») στην περιοχή λόγω αρθρίτιδας.
Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια στα αρχικά στάδια, με ήπια ενόχληση μετά από συγκεκριμένες ασχολίες. Μπορεί επίσης να ακούγεται κριγμός (τρίξιμο) σε συγκεκριμένες κινήσεις του ώμου. Προοδευτικά οι τένοντες τραυματίζονται όλο και περισσότερο, και σε τελικά στάδια παρατηρείται μαζική ρήξη του στροφικού πετάλου. Καθώς η ρήξη αυτή γίνεται με αργό ρυθμό, δεν αποκλείεται να εμφανιστεί ελάχιστος ή και καθόλου πόνος. Η ρήξη του στροφικού πετάλου συχνά ακολουθείται από αδυναμία κίνησης του ώμου.
​​​​​​​
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου, την ακριβή αιτία του συνδρόμου και τη γενική κατάσταση υγείας του ασθενούς. Η εφαρμογή πάγου καθώς και τοπικών αλοιφών μπορεί να ανακουφίσει. Η φυσιοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στη συγκεκριμένη πάθηση. Σε πιο προχωρημένες καταστάσεις, μπορεί να χρειαστεί ενέσιμη θεραπεία ή και αρθροσκόπηση του ώμου. Είναι σημαντικό να εκτιμηθεί η κατάσταση νωρίς, καθώς τα προχωρημένα στάδια απαιτούν πιο επεμβατικές θεραπείες.

Εκεί που το υπερηχογράφημα μυοσκελετικού έχει φέρει επανάσταση είναι οι παρακεντήσεις. Στο παρελθόν, οι ενέσεις σε κάποια περιοχή γινόταν στα τυφλά. Με την υπερηχογραφική καθοδήγηση, μπορεί πλέον ο ορθοπαιδικός να είναι απολύτως σίγουρος πως η βελόνα βρίσκεται ακριβώς εκεί που πρέπει, πως η αναρρόφηση κάποιου υγρού ή αιματώματος είναι πλήρης, πως η έγχυση κάποιου φαρμάκου έγινε στοχευμένα στη βλάβη και όχι κάπου εκεί κοντά και –εξίσου σημαντικό– πως δεν υπάρχουν ευγενή στοιχεία (αγγεία, νεύρα) στην πορεία της βελόνας. Έτσι, με την υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη παρακέντηση, όπως γίνεται στο ιατρείο, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια.

Η υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη παρακέντηση γίνεται σε καταστάσεις όπως:
 
•    Ενέσεις σε τενοντίτιδες και ρήξεις τενόντων
•    Αφαίρεση ασβεστωμάτων (barbotage) σε ασβεστοποιό τενοντίτιδα
•    Αναρρόφηση αρθρικού υγρού
•    Αναρρόφηση κύστεων
•    Ενδαρθρική έγχυση
•    Θεραπεία μυϊκών θλάσεων με τεχνική dry needling ή έγχυσης PRP

Υπερηχογράφημα μυοσκελετικού

Τα τελευταία χρόνια το υπερηχογράφημα μυοσκελετικού μπήκε για τα καλά στην ορθοπαιδική, χρησιμοποιούμενο τόσο για τη διάγνωση όσο και για την αντιμετώπιση πολλών παθήσεων. Εκτελώντας ένα υπερηχογράφημα στην πάσχουσα περιοχή, ο γιατρός μπορεί πλέον να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει παθολογικές καταστάσεις. Στο παρελθόν θα απαιτείτο να υποβληθεί ο ασθενής στη διενέργεια δαπανηρών, χρονοβόρων και ενδεχομένως επιβλαβών εξετάσεων, όπως ακτινογραφίες ή/και μαγνητική τομογραφία. Το υπερηχογράφημα είναι απολύτως ασφαλές (χρησιμοποιείται σε εγκύους και αγέννητα βρέφη) και εκτελείται σε λίγα λεπτά στην πρώτη επίσκεψη, χωρίς να χρειάζεται κανείς να κλείνει έπειτα ραντεβού σε κάποιο ακτινολογικό κέντρο και μετά επανεξέταση από τον ορθοπαιδικό. 

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μελέτες, το υπερηχογράφημα μυοσκελετικού έχει παρόμοια αξιοπιστία με την μαγνητική τομογραφία για παθήσεις όπως: 

Ώμος

Ισχίο

  • Τενοντίτιδα
  • Αρθρική συλλογή
  • Περιαρθρίτιδα
  • Υμενίτιδα
  • Ρήξεις στροφικού πετάλου
  • Τενοντίτιδες
  • Υπακρωμιακή προστριβή
  • Σύνδρομο κοιλιακών – προσαγωγών
  • Ρήξη τένοντα δικεφάλου
  • Τροχαντηρίτιδα

Αγκώνας

Γόνατο

  • Επικονδυλίτιδα (αγκώνας του τενίστα)
  • Αρθρική συλλογή
  • Ορογονοθυλακίτιδα
  • Ορογονοθυλακίτιδα
  • Αρθρική συλλογή
  • Υμενίτιδα
  • Υμενίτιδα
  • Τενοντίτιδες

Καρπός – Χέρι

  • Σύνδρομο λαγονοκνημιαίας ταινίας
  • Φλεγμονώδεις αρθρίτιδες όπως ρευματοειδής, ερυθηματώδης λύκος κ.ά.
  • Αθλητικές κακώσεις όπως ρήξεις πλαγίων συνδέσμων, ορισμένοι τύποι ρήξης μηνίσκου κ.ά.
  • Τενοντίτιδες

Ποδοκνημική – άκρος πόδας

  • Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
  • Διάστρεμμα
  • Γάγγλια
  • Γάγγλια

 Άλλες αθλητικές κακώσεις

  • Αρθρική συλλογή
  • Θλάση μυών
  • Τενοντίτιδες κνημιαίων ή περονιαίων
  • Αιματώματα
  • Βλάβες Αχιλλείου τένοντα (τενοντοπάθεια, παρατενοντίτιδα, ρήξη, επασβεστώσεις)
image-348387-yperixografima_mioskeletikou-8f14e.jpg
Εκεί που το υπερηχογράφημα μυοσκελετικού έχει φέρει επανάσταση είναι οι παρακεντήσεις. Στο παρελθόν, οι ενέσεις σε κάποια περιοχή γινόταν στα τυφλά. Με την υπερηχογραφική καθοδήγηση, μπορεί πλέον ο ορθοπαιδικός να είναι απολύτως σίγουρος πως η βελόνα βρίσκεται ακριβώς εκεί που πρέπει, πως η αναρρόφηση κάποιου υγρού ή αιματώματος είναι πλήρης, πως η έγχυση κάποιου φαρμάκου έγινε στοχευμένα στη βλάβη και όχι κάπου εκεί κοντά και –εξίσου σημαντικό– πως δεν υπάρχουν ευγενή στοιχεία (αγγεία, νεύρα) στην πορεία της βελόνας. Έτσι, με την υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη παρακέντηση, όπως γίνεται στο ιατρείο, ο ασθενής μπορεί να είναι σίγουρος πως η ένεση στην οποία υποβλήθηκε έγινε με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια.

Ωλένια νευρίτιδα

image-348389-olenia_nevritida-16790.jpg
Γενικά: Το ωλένιο νεύρο τροφοδοτεί του μυς του χεριού και μεταφέρει την αίσθηση από τα δύο τελευταία δάκτυλα (παράμεσος και μικρός). Το εν λόγω νεύρο καθώς διατρέχει τον αγκώνα για να φτάσει στο χέρι μπορεί να πιεστεί και να παγιδευτεί. Συγκεκριμένα στον αγκώνα το νεύρο ακουμπάει πάνω στο βραχιόνιο οστό χωρίς να παρεμβάλλεται μαλακός ιστός. Η παρατεταμένη πίεση στον αγκώνα, όπως όταν τον ακουμπάμε στο γραφείο ή στο παράθυρο του αυτοκινήτου, καθώς και η παρατεταμένη κάμψη του αγκώνα, όπως όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, ερεθίζει τον νεύρο (στην Αμερική η πάθηση αναφέρεται ως “cell phone elbow” – «αγκώνας του κινητού»). Η κατάσταση αυτή ονομάζεται ωλένια νευρίτιδα ή σύνδρομο παγίδευσης ωλενίου νεύρου. 
Συμπτώματα: Η βλάβη του ωλενίου νεύρου προκαλεί αδυναμία του χεριού και μούδιασμα των δύο τελευταίων δακτύλων. Η αδυναμία αφορά κυρίως το πόσο σφικτά μπορεί να πιάσει κανείς ένα αντικείμενο. Το μούδιασμα μπορεί να συνυπάρχει με βελονισμούς ή ηλεκτρικές εκκενώσεις και να επεκτείνεται στον πήχη. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται όταν κάμπτει κανείς τον αγκώνα του, όπως όταν τρώει, καπνίζει ή αγγίζει το πρόσωπό του. Πολλοί ασθενείς ξυπνάνε από το μούδιασμα, καθώς κοιμήθηκαν πάνω στο λυγισμένο τους αγκώνα.

Διάγνωση: Για την επιβεβαίωση της διάγνωσης μπορεί να χρειαστεί η διενέργεια μιας ειδικής εξέτασης που λέγεται ηλεκτρομυογράφημα. Η εξέταση αυτή δείχνει το βαθμό προσβολής του νεύρου και καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, την κατάλληλη μέθοδο αντιμετώπισης.

Αντιμετώπιση:  Η αντιμετώπιση της ωλένιας νευρίτιδας διαφέρει ανάλογα και το βαθμό προσβολής του νεύρου. Σε βραχυχρόνιες, ήπιες περιπτώσεις χρειάζεται ανάπαυση και η χρήση κάποιου νάρθηκα. Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις, η αποσυμπίεση και απελευθέρωση του νεύρου αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη λύση.

Διάνοιξη: Η απελευθέρωση του ωλενίου νεύρου είναι μια μικρή επέμβαση που μπορεί να γίνει ακόμα και με τοπική αναισθησία. Στην περιοχή του αγκώνα γίνεται αρχικά ενδελεχής αντισηψία και ένεση τοπικού αναισθητικού. Στη συνέχεια εκτελείται μια μικρή τομή (8 - 10 εκατοστά) μέσω της οποίας το νεύρο απελευθερώνεται από τη στένωση. Η επέμβαση γίνεται με τη χρήση διοφθάλμιου μικροσκοπίου, ώστε η όλη διαδικασία να γίνεται με τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια. 

Αποκατάσταση: Μετά την επέμβαση, γίνεται σύγκλειση της τομής με ράμματα και περίδεση του αγκώνα. Τα ράμματα αφαιρούνται μετά από 10 – 15 ημέρες, οπότε και ο ασθενής επιστρέφει πλήρως στις δραστηριότητές του. Η πλήρης αποκατάσταση της νευρικής λειτουργίας εξαρτάται από το πόσο προσβεβλημένο ήταν το νεύρο και μπορεί να διαρκέσει από μερικά εικοσιτετράωρα ως και μήνες μετά την επέμβαση.

Ανατομία του ώμου

image-348390-anatomia-tou-wmou-45c48.jpg
Ο ώμος αποτελεί την πιο ευκίνητη και ταυτόχρονα την πιο ασταθή άρθρωση του σώματος. Το εύρος κίνησης του βραχίονα ξεπερνάει τις 180ο, το οποίο προσφέρει εξαιρετική λειτουργικότητα στα άνω άκρα. Ωστόσο, η αυξημένη αυτή κινητικότητα έχει ως μειονέκτημα την αυξημένη αστάθεια, καθώς ο ώμος είναι η άρθρωση που εξαρθρώνεται πιο εύκολα από τις υπόλοιπες. Ο ώμος συναπαρτίζεται από τρία οστά, το βραχίονα, την ωμοπλάτη και την κλείδα. Το τμήμα της ωμοπλάτης που αρθρώνει με την κλείδα λέγεται ακρώμιο, ενώ αυτό που αρθρώνει με το βραχίονα λέγεται ωμογλήνη. Το ακρώμιο είναι μια απόφυση της ωμοπλάτης που υπερκρεμάται πάνω από το βραχίονα. Ο χώρος ανάμεσα σε αυτά τα δύο οστά (ακρώμιο και βραχίονα) αποκαλείται υπακρωμιακό διάστημα και εκεί βρίσκονται οι τένοντες τεσσάρων διαφορετικών μυών, που ενώνονται και σχηματίζουν το αποκαλούμενο στροφικό πέταλο του ώμου.
Στην περιοχή του ώμου προσφύονται πολλοί σύνδεσμοι, μυς και τένοντες. Οι πιο συχνά τραυματιζόμενοι είναι οι τένοντες του στροφικού πετάλου, των μυών δηλαδή που προκαλούν στροφή του βραχίονα, καθώς και οι σύνδεσμοι της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης. Ωστόσο, επειδή ακριβώς ο ώμος αποτελεί μια περίπλοκη ανατομικά περιοχή με αυξημένη αστάθεια, υπάρχει μια πλειάδα συνδρόμων, παθήσεων και τραυματισμών που εκδηλώνονται στην περιοχή.